Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Τα σπουργίτια του Δεκαπενταυγούστου

 


🌷🌷 -Έλα ρε μάνα τώρα, που νηστεύουν τα σπουργίτια τον 15αύγουστο ... 

 Ήταν ένα ζεστό καλοκαιριάτικο μεσημέρι του Ιούνη του 2019 . Είπα να πάω να δω λίγο τη μάνα μου. 

Την είδα να κρατά ένα δισκάκι με δυο φέτες βρεγμένο ψωμί. Προχωρούσε αργά με μικρά βήματα στην αυλή του σπιτιού μας . Απίθωσε με τρεμάμενα χέρια το ψωμί στον φούρνο. 

Μα τι έκανε ;

Απρόσμενα ένα σμήνος σπουργίτια κατέβηκαν από το πουθενά κι άρχισαν χαρούμενα να τσιμπολογούν τα βρεγμένα ψιχουλάκια . Τραγουδούσαν , πετάριζαν με τα μικρά τους φτεράκια, χοροπηδούσαν εδώ κι εκεί . 

Ήταν ένα πανέμορφο θέαμα . Φιλονικούσαν , σπρώχνονταν να χωρέσουν στη στέγη του φούρνου , κελαηδούσαν μες την τρελή χαρά. 

Ήταν τρισευτυχισμένα .

-Τα καημένα σχολίασε η γριά μάνα μου . 

Εδώ και χρόνια , τα ταΐζω κάθε μεσημέρι . 

Πεινούν κι αυτά . 

Δεν βρίσκουν εύκολα φαγητό. 

Κοίταξέ τα για λίγα ψίχουλα πόση χαρά νιώθουν, άκου τι ωραία κελαηδούν , ευχαριστούν τον Θεό για το λιγοστό ψωμάκι , δοξολογούν τον Πλάστη τους …

Έμεινα άφωνη να τα κοιτάζω . 

Την μάνα μου την καλόψυχη , την σπλαχνική , που συμπόνεσε ακόμη και τα σπουργίτια. 

Εγώ δεν σκέφτηκα ποτέ να ταΐσω τα σπουργίτια και μάλιστα επί σταθερής βάσης . 

Ναι, να φροντίσουμε αδέσποτα σκυλιά γατιά , λίγα ψίχουλα τον χειμώνα , αλλά κάτι τέτοιο δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου . 

Σκέφτηκα για πολλοστή φορά ότι την αξιοσύνη της μάνας μας δεν μπορέσαμε να την φτάσουμε ποτέ κανένα της παιδί …

Τα σπουργίτια συνέχισαν τον χορό και το τραγούδι στον φούρνο της μικρής μας αυλής, που χώρεσε αλήθεια τόσες όμορφες στιγμές, τόσες οικογενειακές χαρές ! 

Τώρα τα πουλιά πέταξαν μακριά απ΄ τη φωλιά , έκτισαν τις δικές τους φωλιές . 

Όμως το τραγούδι δεν σταμάτησε ποτέ , γιατί τώρα το πατρικό μου σπίτι φιλοξενεί άλλα πουλιά, τα σπουργίτια της γειτονιάς !

Παρατήρησα ένα σπουργίτι. 

Στεκόταν φρουρός στα κεραμίδια του σπιτιού, καθώς τα άλλα σπουργιτάκια γλεντούσαν τρώγοντας. 

Κοίτα τώρα σοφία και οργάνωση αν και πουλιά , σκέφτηκα , έχουν και φρουρό ασφαλείας !

Είπα στα εγγόνια μου , το και το.

Να πάμε να τα γυρίσω βίντεο , είπε ένας εγγονός μου.

Χαμογέλασα. 

Άλλη γενιά, άλλα έθιμα . 

Να πάμε μια μέρα …

Οι μέρες πέρασαν , σβήστηκαν στο πέρασμα του χρόνου .


Αρχές Αυγούστου η μάνα μας αρρώστησε . 

Βεβαίως θυμηθήκαμε τα σπουργίτια της . 

Επί το έργον. 

Το καθήκον μας καλεί .

Έτσι ακριβώς όπως έκανε κι εκείνη πριν πέσει στο κρεβάτι. Βάλαμε ψωμί στον φούρνο ξανά και ξανά … και πάλι και αύριο και μεθαύριο…όμως τα σπουργίτια δεν ματαφάνηκαν. 

Τα περιμέναμε . Λέγαμε . 

Σήμερα δεν μπορεί , θα έρθουν να φάνε . Έχει τόσες μέρες που…

Στις 11 Αυγούστου η μάνα μας ζήτησε να την καθίσουμε λίγο στην αυλή. 

Καθίσαμε τα αδέλφια δίπλα της . 

Όπως τον παλιό καλό καιρό που καθόμασταν παιδάκια στην ποδιά της να μας πει παραμύθια . 

Θυμηθήκαμε τα σπουργίτια . 

Σχολιάσαμε : 

Ακόμη και τα σπουργίτια κατάλαβαν ότι η μαστόρισσα τους αρρώστησε γιατί δεν έρχονται πια , αν και καθημερινά βάζουμε ψωμί.

Η μάνα μας κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της .

– Όχι, δεν είναι γι αυτό που δεν έρχονται, λάθος κάνετε .

-Εμ γιατί;

- Είναι δεκαπενταύγουστος , μεγάλη νηστεία. Τα σπουργίτια δεν τρώνε …

-Έλα ρε μάνα τώρα που… Γελάσαμε αυθόρμητα . Απίστευτα πράγματα. Τι λες τώρα;

-Σωστά σας λέω . Έτσι είναι . Τα σπουργίτια νηστεύουν.

-Έλα τώρα ρε μάνα , αντέτεινα , πώς ξέρουν τώρα τα πουλιά ότι είναι δεκαπενταύγουστος και θα πρέπει να νηστέψουν;

-Είναι πολύ έξυπνα πουλιά , έχουν χάρισμα από τον Θεό.

Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο χαμογελώντας, ως συνένοχοι. 

Ναι τώρα που…

Η μάνα μας κατάλαβε τη σκέψη μας . Πω πω.

-Να σας το αποδείξω για να πειστείτε .

Ξαναγέλασα. 

Θυμήθηκα τα Μαθηματικά στο Δημοτικό της γενιάς μου , στο Δημόσιο σχολείο της αριστείας , που στην Τρίτη Δημοτικού μας μάθαιναν αυτή την βασική αρχή : 

Τα δεδομένα, το ζητούμενο, η απόδειξη . 

Να τώρα η μάνα μου που μόνη της θέτει επί τάπητος την απόδειξη.

Ήλθε ακόμη στο μυαλό μου μια χρονιά, που όντας νεαρή δασκάλα πήγα στο χωριό καταγωγής της μάνας μου να δουλέψω στις εκλογές. 

Με πλησίασε ο μουκτάρης του χωριού , παλιός συμμαθητής της μάνας μου . 

Μου τόνισε πόσο έξυπνη μαθήτρια ήταν ειδικά στα Μαθηματικά. 

Τόσο, που πηδώντας από τάξη σε τάξη , σε τρία χρόνια τελείωσε την Ε΄ Δημοτικού ! 

Ήταν οι χρυσοί καιροί που τα προικισμένα παιδιά άνοιγαν τον δρόμο ! 

Και τότε , ο παππούς την έβγαλε από το σχολείο , για να βοηθά στα χωράφια . 

Τρεις μήνες τον θερμοπαρακαλούσε ο δάσκαλος να στείλει το παιδί πίσω στο σχολείο… 

Η μάνα μας, ποτέ δεν μας είπε αυτή την ιστορία .

Να την τώρα τη μάνα μας με το τετράγωνο μυαλό που θα μας το αποδείξει κιόλας . 

Χαμογελάσαμε ξανά σαν άπιστος Θωμάς . 

Αν είναι δυνατόν τώρα τα σπουργίτια να νηστεύουν για τον δεκαπενταύγουστο.

Κοιτάξτε ξανάπε η μάνα μας ήρεμα , γαλήνια , με μισοσβησμένη φωνή : 

Θα το δείτε . 

Τα σπουργίτια θα ξανάρθουν στο σπίτι μας στις 15 Αυγούστου , που τελειώνει η νηστεία . Θα΄ρθουν για το τραπέζι του δεκαπενταυγούστου , πρόσθεσε χαμογελώντας .

Κλείσαμε το στόμα μας , τα παιδιά της , οι «πολύξεροι» εκπαιδευτικοί . 

Να το πιστέψουμε ; 

Μα είναι δυνατόν;

Θυμήθηκα μια ιστορία που διάβασα για τον Γέροντα Παΐσιο , που έμενε νηστικός σχεδόν όλο τον δεκαπενταύγουστο , τιμώντας έτσι τη μνήμη της Παναγίας . 

Τόσο μεγάλη νηστεία είναι .

-Ναι , είπε ξανά η μάνα μας . 

Τόσο μεγάλη νηστεία είναι . 

Για την Παναγία μας .

Τ΄ ασημένια της μαλλιά, το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο, τα ροζιασμένα της χέρια , η σοφία των 90 της χρόνων , οι πικρές εμπειρίες της χηρείας από τη νιότη της , το ξεκάθαρο βλέμμα της, η γαλήνια μορφή της , δεν μας αφήνουν να συνεχίσουμε άλλο .

Είναι τόσο σίγουρη γι αυτό που λέει . 

Κι άλλο τόσο εμείς ότι δεν είναι δυνατόν να… όμως δεν τολμούμε να συνεχίσουμε άλλο. Σεβόμαστε τη μάνα μας. 

Είναι άρρωστη. 

Φεύγει; Πλήρης ημερών . 

Μια θλίψη μας πλακώνει.

Πού είναι κι αυτά τα σπουργίτια να μας δώσουν λίγη χαρά ; 

Πού χάθηκαν ;

Οι μέρες πέρασαν ξανά. Το ψωμί στον φούρνο δεν έλειψε . Περίμενε κι αυτό τους πεινασμένους φτερωτούς φίλους της γειτονιάς . Όμως τα σπουργίτια δεν πάτησαν το πόδι τους .

Ξημέρωσε δεκαπενταύγουστος . 

Κατά το μεσημέρι τα σπουργιτάκια άρχισαν να καταφθάνουν το ένα πίσω από το άλλο στον φούρνο της μάνας μας . 

Η μικρή μας αυλή γέμισε κελαηδήματα , τραγούδια και χαρές . Μα ήταν δυνατόν; 

Σωστά έβλεπαν τα μάτια μας ;

– Να τα , είπε η μάνα μας χαμογελώντας. 

Ήλθαν για το τραπέζι του δεκαπενταυγούστου, μετά από τόση νηστεία για την Παναγία μας . 

Είδατε που σας έλεγα ;

Βάλτε ψωμί για τα πουλιά !

Τα σπουργίτια του δεκαπενταυγούστου φτερούγιζαν όλο χαρά με τα μικρά τους φτεράκια , τσιμπολογούσαν το φτωχικό τους φαγητό και δοξολογούσαν ευχαριστώντας τον Πλάστη τους.

Γλεντούσαν για τη ζωή, για το ψωμί, τιμούσαν την Παναγία μας κι ευχαριστούσαν τη γριά μάνα μας για το τραπέζι του δεκαπενταυγούστου !


* ΤΗΣ ΛΟΥΚΙΑΣ ΒΟΥΡΓΙΑ – ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

 Τέως Επιθεωρήτρια Δημοτικής Εκπαίδευσης Κύπρου

http://amfoterodexios.blogspot.com/2021/08/15_14.html?m=1 

μας έστειλε η Α.Α]

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Όταν η φύση διδάσκει


 Τα ηλικιωμένα πουλιά δεν πετούν πια και δεν υπάρχουν γηροκομεία για αυτά.  Ως εκ τούτου, τα νεότερα πουλιά, οποιουδήποτε είδους, τα ταΐζουν.

 Αυτό είναι ένα μεγάλο μήνυμα για τους ανθρώπους.

Τι όμορφο βίντεο!!! 

Ένα παράδειγμα προς μίμηση, μας διδάσκει η φύση...

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

Κύριε, στείλε μου βροχή.


 Ένας μοναχός φύτεψε μια ελιά και άρχισε να προσεύχεται: 

Κύριε, στείλε μου βροχή. 

Και ο Κύριος έστειλε βροχή στη γη.

Το δέντρο ήταν κορεσμένο με υγρασία και ο μοναχός συνέχισε να προσεύχεται: Και τώρα, Κύριε, Σε ζητώ να στείλεις πολύ ήλιο - το δέντρο μου χρειάζεται ζεστασιά.

Και ο Κύριος έστειλε τον ήλιο. Το δέντρο μεγάλωσε.

Ο μοναχός συνέχισε να προσεύχεται γι' αυτό: Κύριε, δώσε λίγο παγετό, για να ενισχυθούν οι ρίζες και τα κλαδιά. Ο Κύριος έστειλε παγετό και... το δέντρο πέθανε. 

Ο μοναχός ήταν πολύ αναστατωμένος...

Πήγε σε άλλον μοναχό για να πει την ιστορία του και να μοιραστεί την θλίψη του. 

Και του λέει ο άλλος μοναχός: Έχω επίσης μια ελιά, κοίτα. Το δέντρο του έχει μεγαλώσει όμορφα. Αλλά προσευχήθηκα διαφορετικά. Είπα στον Θεό, ότι είναι ο Δημιουργός αυτού του δέντρου και ότι ξέρει καλύτερα από μένα τι χρειάζεται για να αναπτυχθεί φυσιολογικά. Απλώς ζήτησα από τον Θεό Εκείνος να το φροντίσει...

Αιώνιο μάθημα αυτό! Μην ζητάμε στην προσευχή μας τίποτα... παρά μόνο την σωτηρία την δική μας και των συνανθρώπων μας. Ο Κύριος γνωρίζει τις ανάγκες μας και τι μας ωφελεί... Ας Τον εμπιστευτούμε και Εκείνος θα μας δώσει, σύμφωνα με την καρδιά μας και την ωφέλειά μας...

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Αγάπησε την ταπείνωση, και αυτή θα σε σκεπάσει.


 Όποιος έχει την ταπεινοφροσύνη, δεν έχει γλώσσα να κάνει παρατήρηση σε κάποιον που δείχνει αμέλεια ή σε άλλον που ζει με αδιαφορία. Ούτε μάτια έχει να κοιτάζει ελαττώματα άλλου, ούτε αυτιά έχει να ακούσει αυτά που δεν ωφελούν την ψυχή του. Δεν ασχολείται με κανέναν, παρά μόνο με τις αμαρτίες του, αλλά είναι ειρηνικός προς όλους τους ανθρώπους, για χάρη της εντολής του Θεού και όχι για λόγους φιλίας. Αν τώρα κάποιος νηστεύει όλη την εβδομάδα και επιδίδεται σε μεγάλους κόπους έξω από αυτόν τον δρόμο, όλοι οι κόποι του πηγαίνουν χαμένοι.

Αδελφέ, συνήθισε τη γλώσσα σου να λέει το «συγχώρησέ με», και θα έρθει μέσα σου η ταπείνωση. Αγάπησε την ταπείνωση, και αυτή θα σε σκεπάσει από τις αμαρτίες σου.

Ποτέ μη βαρεθείς εξαιτίας κάποιου κόπου, γιατί ο κόπος, η φτώχεια, η ξενιτεία, η κακοπάθεια και η σιωπή γεννούν την ταπείνωση, και η ταπείνωση συγχωρεί κάθε αμαρτία. Να ξέρεις μάλιστα τούτο: όσο ο άνθρωπος ζει με αμέλεια, νομίζει μέσα του ότι είναι φίλος του Θεού. Αν όμως ελευθερωθεί από τα πάθη, ντρέπεται να σηκώσει τα μάτια του στον ουρανό μπροστά στον Θεό· γιατί τότε βλέπει τον εαυτό του πολύ απομακρυσμένο από τον Θεό.

Κάποιος άνθρωπος είχε δύο δούλους και τους έστειλε στο χωράφι του να θερίσουν ορισμένη έκταση την ημέρα ο καθένας. Ο ένας από αυτούς έβαλε τα δυνατά του να κάνει όλο όσο τον πρόσταξε ο κύριός του, αλλά δεν μπόρεσε να το τελειώσει, γιατί η δουλειά ξεπερνούσε τις δυνάμεις του. Ο άλλος βαρέθηκε και είπε μέσα του: «Ποιος μπορεί να κάνει τόση δουλειά σε μια μέρα;» Αδιαφόρησε λοιπόν και δεν φρόντισε, αλλά έπεσε για ύπνο· τη μια ώρα κοιμόταν, την άλλη χασμουριόταν, την άλλη στριφογύριζε σαν την πόρτα γύρω από τον άξονά της (Παροιμ. 26:14), και πέρασε όλη τη μέρα στα χαμένα.

Όταν ήρθε το βράδυ, πήγαν και οι δύο στον κύριό τους. Αυτός τους εξέτασε και, αφού έμαθε τη δουλειά τού πρόθυμου, έστω και αν δεν πρόλαβε να κάνει όσο προστάχτηκε, εκτίμησε την προθυμία του και τον τίμησε. Τον τεμπέλη όμως, επειδή φάνηκε αδιάφορος, τον έδιωξε από το σπίτι του.

Και εμείς λοιπόν ας μην αποθαρρυνθούμε μπροστά σε οποιονδήποτε κόπο και δυσκολία, αλλά ας βάλουμε τα δυνατά μας με όλη μας την ψυχή να εργαζόμαστε με ταπείνωση, και πιστεύω ότι ο Θεός θα μας δεχτεί μαζί με τους αγίους του που κοπίασαν πάρα πολύ.

Το να μην πληγώσεις τη συνείδηση του συνανθρώπου γεννά την ταπεινοφροσύνη· η ταπείνωση γεννά τη διάκριση, και η διάκριση εξουδετερώνει όλα τα πάθη, χωρίζοντάς τα το ένα από το άλλο. Είναι λοιπόν αδύνατο να σου έρθει η διάκριση, αν προηγουμένως δεν κάνεις σαν τον γεωργό την απαραίτητη εργασία. Πρώτα πρώτα να ησυχάσεις από όσα είναι αλλότρια των μοναχών, πράγμα που γεννά την άσκηση. Η άσκηση γεννά το κλάμα· το κλάμα γεννά τον φόβο του Θεού· ο φόβος γεννά την ταπείνωση· η ταπείνωση γεννά τη διάκριση. Αυτή γεννά την προόραση, και η προόραση την αγάπη, ενώ η αγάπη θεραπεύει την ψυχή από νόσους και πάθη. Τότε –μετά από όλα αυτά– καταλαβαίνει ο άνθρωπος ότι είναι μακριά από τον Θεό.

Το να μην πιστεύεις ότι ο κόπος σου είναι αρεστός στον Θεό κάνει τη βοήθεια του Θεού να σε φυλάει. Γιατί εκείνος που έδωσε την καρδιά του στον Θεό με ευσέβεια και ειλικρίνεια, δεν μπορεί να έχει την ιδέα ότι άρεσε στον Θεό. Όσο δηλαδή τον ελέγχει η συνείδηση για κάποιες εκδηλώσεις της αμαρτίας, είναι ξένος προς την ελευθερία. Γιατί όσο υπάρχει αυτός που ελέγχει, υπάρχει και αυτός που κατηγορεί· και όσο υπάρχει κατηγορία, δεν υπάρχει ελευθερία.


Αββάς Ησαΐας

Τρίτη 19 Μαΐου 2026

Τα Καντήλια της Σουμελάς


Το καράβι «Κωνσταντινούπολις» – Σεπτέμβρης 1922

Την έλεγαν Γιαγιά-Ευγενία. 70 χρονών. Από το χωριό Λιβερά της Τραπεζούντας. Χήρα. Τα παιδιά της σφαγμένα το ’21. Της έμεινε μόνο ο εγγονός. Ο μικρός ο Βασίλης. 5 χρονών.

Όταν ήρθε η διαταγή «Φεύγετε», οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό. Η Ευγενία πρόλαβε να πάρει τρία πράγματα:

Το παιδί. Το μαντήλι του άντρα της και την εικόνα.

Η εικόνα της Παναγίας Σουμελάς.

Όχι η πρωτότυπη - εκείνη έμεινε στο μοναστήρι, στον Μελά. Αυτή ήταν αντίγραφο. Ξύλο παλιό, ζωγραφισμένη στο χέρι από καλόγερο το 1800. Την είχε από τη μάνα της. Την είχε από τη γιαγιά της.

300 χρόνια στην οικογένεια.

Στο λιμάνι της Τραπεζούντας γινόταν το αδιαχώρητο. Χιλιάδες ψυχές. Τούρκοι χωροφύλακες έψαχναν τους πρόσφυγες.

«Χρυσάφια! Λίρες! Όπλα!» φώναζαν. Και τα έπαιρναν.

Εικόνες; Τις έσπαγαν. Τις έκαιγαν. «Ειδωλολατρία», έλεγαν.

Η Ευγενία κατάλαβε. Αν τη δουν, τη χάνει.

Τύλιξε την εικόνα στο μαύρο μαντήλι της. Μετά την έδεσε με σπάγκο, σφιχτά, στο στήθος της. Από πάνω φόρεσε το χοντρό το ζιπούνι της. Από πάνω τη μαύρη φούστα. Από πάνω το μαντήλι στο κεφάλι.

Έμοιαζε με μια γριά 100 κιλά. Καμπουριαστή.

«Τι έχεις εκεί, γριά;» φώναξε ο χωροφύλακας στο καράβι.

«Καμπούρα, αφέντη», είπε η Ευγενία. «Από τα χρόνια.»

Την έσπρωξε. «Πέρασε, βρωμόγρια!»

Πέρασε.

Στο αμπάρι, 2.000 ψυχές. Ο ένας πάνω στον άλλον. Βρώμα. Εμετός. Πείνα. Δίψα. Τα παιδιά έκλαιγαν. Οι μανάδες μοιρολογούσαν.

Η Ευγενία καθόταν σε μια γωνιά. Ακίνητη. Το στήθος την πονούσε. Η εικόνα ήταν σκληρή. Της έκοβε το δέρμα. Αλλά δεν μιλούσε.

Τη νύχτα, όταν όλοι κοιμόντουσαν, έλυνε λίγο το ζιπούνι. Έβαζε το χέρι μέσα. Άγγιζε το ξύλο.

«Παναΐα μου, κράτα μας», ψιθύριζε. «Φέρε μας στην Ελλάδα.»

Ο μικρός ο Βασίλης ρώτησε: «Γιαγιά, τι έχεις εκεί;»

«Την καρδιά μου, παιδί μου», είπε. «Την καρδιά του Πόντου. Κοιμήσου.»

Τρίτη μέρα. Τέλειωσε το νερό.

Ένα μωρό πέθανε στην αγκαλιά της μάνας του. Το πέταξαν στη θάλασσα.

Οι άντρες άρχισαν να τρελαίνονται. Ένας πήγε να βουτήξει. Τον κράτησαν.

Η Ευγενία δεν έβγαλε την εικόνα. Ακόμα κι όταν λιποθύμησε από τη δίψα.

Οι γυναίκες τη ράντισαν με θαλασσινό νερό. «Ξύπνα, μάνα!»

Άνοιξε τα μάτια. Πρώτα έπιασε το στήθος. Η εικόνα ήταν εκεί. Μετά ήπιε μια γουλιά.

Πειραιάς. Έβδομη μέρα.

Όταν άνοιξε το αμπάρι, μπήκε φως και μυρωδιά λιμανιού.

Οι άνθρωποι σπρώχνονταν. Έπεφταν. Πολλοί δεν μπορούσαν να περπατήσουν.

Η Ευγενία σηκώθηκε. Με το παιδί από το χέρι. Με την εικόνα στο στήθος.

Κατέβηκε τη σκάλα. Πάτησε Ελλάδα.

Στο τελωνείο, ένας Έλληνας λιμενικός τη λυπήθηκε.

«Γριά, τι κουβαλάς;»

Η Ευγενία έλυσε το ζιπούνι. Έβγαλε την εικόνα.

«Την Παναγία μας, παιδί μου. Από τη Σουμελά.»

Ο λιμενικός γονάτισε. Σταυροκοπήθηκε.

«Καλώς την έφερες, μάνα.»

Το 1951, χτίστηκε η νέα Μονή Παναγίας Σουμελάς στο Βέρμιο.

Η Γιαγιά-Ευγενία ήταν 99 χρονών. Την ανέβασαν με μουλάρι.

Έδωσε την εικόνα στον Ηγούμενο.

«Ήταν στο στήθος μου 7 μέρες», είπε. «Τώρα να πάει στο θρόνο της.»

Πέθανε εκείνο το βράδυ. Στον ύπνο της. Με χαμόγελο.

Η εικόνα της Ευγενίας είναι σήμερα στο τέμπλο. Δίπλα στην πρωτότυπη που ήρθε το 1931 από τον Πόντο.

Από κάτω γράφει:

«Δωρεά Ευγενίας Κωνσταντινίδου, Λιβερά Τραπεζούντας.

Την έσωσε στο στήθος της. 1922.»

Αυτές ήταν οι γυναίκες του Πόντου.

Δεν έσωσαν μόνο παιδιά. Έσωσαν αγίους.

Γιατί ήξεραν: «Χωρίς εικόνα, η παράγκα είναι στάβλος. Με την εικόνα, γίνεται εκκλησιά.»

Και ο μικρός ο Βασίλης; Έγινε παπάς. Παπα-Βασίλης στη Νέα Σουμελά.

Και κάθε 15αύγουστο, όταν λιτανεύουν την Παναγία, λέει:

«Αυτή η εικόνα πέρασε θάλασσα πάνω σε καρδιά γιαγιάς. Προσκυνήστε την όρθιοι.»

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

Άρρωστος ή πελάτης;

 


Ο σημερινός άνθρωπος έρχεται στην Εκκλησία όχι ως άρρωστος, αλλά ως πελάτης. «Μου αρέσει», 

«Δεν μου αρέσει», 

«ήταν πολύωρο», 

«μίλησε πολύ δυνατά»,

 «Δεν ένιωσα τίποτα». 

Έτσι κρίνει ο άνθρωπος τη λειτουργία, σαν να ήταν προϊόν. Δεν έρχεται πλέον για να θεραπευτεί, έρχεται για να ικανοποιηθεί.

 Αν το κήρυγμα τον πληγώσει, φεύγει. Αν του πουν να αλλάξει, αναστατώνεται. Αν του ζητήσουν να κάνει υπομονή, ψάχνει για άλλο μέρος. 

Έχει ξεχάσει ότι η Εκκλησία δεν είναι θέατρο, ούτε πνευματικό εστιατόριο. Είναι νοσοκομείο, και δεν πας στο νοσοκομείο για να σε χειροκροτήσουν, αλλά για να σε κόψουν, να σε καθαρίσουν, να σε γιατρέψουν. 

Όποιος μπαίνει στην Εκκλησία χωρίς ταπεινότητα φεύγει χωρίς θεραπεία. 

Η χάρη δεν λειτουργεί σύμφωνα με το γούστο του ανθρώπου, αλλά σύμφωνα με την πληγή του. Αλλά ο σύγχρονος άνθρωπος δεν θέλει πλέον να αγγίζεται η πληγή του, γιατί πονάει. Θέλει παρηγοριά χωρίς αλήθεια, συγχώρεση χωρίς μετάνοια, κοινωνία χωρίς εξομολόγηση. Και όταν δεν παίρνει αυτό που θέλει, λέει ότι «δεν αισθάνεται πια τίποτα». 

Δεν είναι η Εκκλησία που έχει κρυώσει - η καρδιά έχει κλείσει... 

Το νοσοκομείο είναι το ίδιο. 

Ο γιατρός είναι ο ίδιος. 

Η θεραπεία είναι η ίδια. 

Αλλά ο ασθενής αρνείται την επέμβαση και εκπλήσσεται που η ασθένεια παραμένει.


(Ανωνύμου)

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Η εβδομάδα της σιωπής.


Σε ένα μοναστήρι, λίγο πριν από την Κυριακή των Βαΐων, ένας νέος μοναχός ρώτησε τον γέροντα:

Γέροντα, γιατί λένε ότι αυτή η εβδομάδα είναι βουβή;

Ο γέροντας τον πήρε και τον οδήγησε στον κήπο. Εκεί υπήρχε ένα δέντρο γεμάτο μπουμπούκια.

Τι βλέπεις; τον ρώτησε.

Βλέπω μπουμπούκια που ετοιμάζονται να ανθίσουν.

Ο γέροντας χαμογέλασε.

Ακούς κάποιο θόρυβο όταν ανοίγουν;

Όχι.

Κι όμως, εκείνη τη στιγμή γίνεται το μεγαλύτερο θαύμα της φύσης. Το λουλούδι γεννιέται μέσα στη σιωπή.

Έπειτα ο γέροντας του είπε:

Έτσι είναι και αυτή η εβδομάδα πριν από τα Βάγια. Η Εκκλησία σωπαίνει λίγο περισσότερο, γιατί κάτι μεγάλο ετοιμάζεται να ανθίσει.

Ο νέος τον ρώτησε:

Και τι ανθίζει;

Ο γέροντας απάντησε:

Η καρδιά του ανθρώπου που ετοιμάζεται να συναντήσει το Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού.

Και πρόσθεσε:

Αν γεμίσουμε αυτές τις μέρες με θόρυβο, δεν θα ακούσουμε τίποτα.

Αν όμως αφήσουμε λίγη σιωπή μέσα μας, τότε θα καταλάβουμε γιατί η Εκκλησία μας οδηγεί σιγά - σιγά προς τα Βάγια και τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Αυτή η εβδομάδα είναι σαν ανάσα πριν από τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας.

Είναι χρόνος για:

περισσότερη προσευχή

λιγότερα λόγια περισσότερη μετάνοια περισσότερη ειρήνη στην καρδιά

Γιατί η Ανάσταση δεν προετοιμάζεται με φασαρία, αλλά με σιωπή.


Πηγη: Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού.

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο καλύτερος φίλος


 Υπήρχε σε μια ενορία ενα μικρό παιδί που για χρόνια κάθε μεσημέρι έμπαινε στην εκκλησία για ακριβώς ένα λεπτό. Δεν άναβε κερί, δεν γονάτιζε, απλώς στεκόταν μπροστά στο ιερό και έφευγε.

Ο νεωκόρος, περίεργος, τον σταμάτησε και τον ρώτησε τι κάνει. Εκείνος απάντησε:

Δεν ξέρω να προσεύχομαι καλά. Απλώς μπαίνω και λέω: Γεια σου Χριστούλη μου ο Μιχαλάκης είμαι. Ήθελα απλώς να περάσω να Σου πω ότι είμαι φίλος Σου.

Χρόνια μετά, όταν ο Μιχάλης ήταν στο νοσοκομείο, οι νοσοκόμες παρατήρησαν ότι ήταν ο πιο χαρούμενος ασθενής, παρόλο που δεν τον επισκεπτόταν κανείς. Τον ρώτησαν πώς αντέχει τη μοναξιά. Εκείνος χαμογέλασε και είπε:

Δεν είμαι μόνος. Κάθε μεσημέρι, στις 12 ακριβώς, κάποιος στέκεται στην άκρη του κρεβατιού μου και μου λέει: Γεια σου Μιχάλη μου, ο Χριστός είμαι. Πέρασα να Σου πω ότι είμαι φίλος Σου.

 Ο Χριστός για Σένα, είναι ο καλύτερος φίλος σου;

Πηγή: Διαδίκτυο 

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

Η ζυγαριά…

 

Μια αληθινή Χριστουγεννιάτικη ιστορία, λίγο μετά τον πόλεμο.

Από τον † Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

Μια φτωχή και πολύτεκνη μητέρα πήγε στο παντοπωλείο ν’ αγοράσει, με πίστωση, τρόφιμα για τα Χριστούγεννα.

Ο παντοπώλης την ρώτησε πόσα χρήματα είχε μαζί της και εκείνη του απήντησε ότι ο σύζυγός της και ο γιος της σκοτώθηκαν στον πόλεμο, έχει πέντε παιδάκια και χωρίς κανένα πόρο ζωής.

– Ειλικρινά, το μόνο που έχω τυχαίως αυτή την στιγμή μαζί μου είναι ένα χαρτάκι, στο οποίο η άρρωστη κόρη μου έγραψε μια προσευχή...

Ο παντοπώλης, ψυχρός και αδιάφορος, της είπε ότι εδώ είναι παντοπωλείο και όχι φιλανθρωπικό κατάστημα.

Πειράζοντας την γυναίκα και αστειευόμενος, πήρε το χαρτάκι και το έβαλε στο ένα μάτι της ζυγαριάς, λέγοντας ειρωνικά και αλαζονικά:

– Να δούμε πόσα τρόφιμα ζυγίζει η προσευχή της κορούλας σου….

Τοποθέτησε στο άλλο «μάτι» της ζυγαριάς μια φέτα ψωμί, αλλά δεν υποχωρούσε και δεν κατέβαινε.

Εν συνεχεία μισό ψωμί, ένα ψωμί, δύο, τρία, πέντε και άλλα τρόφιμα πιο βαριά, και υπερνικούσε πάντοτε το βάρος του χαρτιού…

Ο παντοπώλης ανησύχησε για την ιδιαίτερη βαρύτητα του χαρτιού, κατελήφθη από κάποιο ιερό δέος και γεμάτος με παράξενα συναισθήματα μετανοίας και αμηχανίας, είπε στην γυναίκα:

– Πάρε αυτό το σακί, γέμισέ το δωρεάν με τρόφιμα, πήγαινε στην οικογένειά σου και Καλά Χριστούγεννα.

Η γυναίκα, συγκινημένη από την γενναία και φιλάνθρωπη χειρονομία του παντοπώλη, τον ευχαρίστησε με δάκρυα και έφυγε χαρούμενη.

Τότε, ο παντοπώλης πήρε το χαρτάκι και διάβασε τι έγραφε:

«Κύριε, τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον…».

Αυτό ήτο το βάρος της προσευχής…


 


Αναπαραγωγή του άρθρου επιτρέπεται να γίνει μόνο με ευδιάκριτη αναφορά στην πηγή «Μαμά, Μπαμπάς και Παιδιά» (https://mumdadandkids.gr/) και χρήση ενεργής αναφοράς (active-live link) που οδηγεί στο παρόν άρθρο.

Δώρο στο Χριστό

 


"ΔΩΡΟ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ". Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Εδώ και πολλά χρόνια ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα με περισσότερη κατάνυξη.

Σ’ ένα μακρινό χωριό, λοιπόν, ο παπάς έκανε κάθε χρόνο μια φάτνη στη μέση της εκκλησίας, την παραμονή των Χριστουγέννων.

Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν’ ακούσουν τη θεία λειτουργία, γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη. Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά, γι’ αυτό γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια, όσα και οι πιστοί, κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της. Όταν η λειτουργία τελείωνε, ο κόσμος πήγαινε στα γύρω κεντράκια, για να φάει και να πιει, να γλεντήσει τη χαρά του για τη γέννηση του Χριστού.

Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν.

Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια, πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους. Ο παπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο, τους τρεις μάγους, τους βοσκούς, το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό.

Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ό,τι μπορούσε ο καθένας.


Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό. Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν’ αγοράσουν δώρο στο Χριστό.

Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια;


Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά.

Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό, άναβαν το κεράκι τους και

του πρόσφεραν το δώρο τους.

Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:

– Αχ, Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο;


Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον».

Τα μάτια της Μαρίας θόλωσαν από τα δάκρυα, βγήκε από την κρυψώνα της κι έτρεξε προς το σπίτι της. Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή να τη ρωτάει:

– Γιατί κλαις, κοριτσάκι μου, μια τέτοια χαρούμενη μέρα;

Ήταν μια γριούλα με γλυκό πρόσωπο και μάτια γεμάτα καλοσύνη.

– Κλαίω, γιαγιάκα, γιατί δε μου περισσεύει ούτε μια δεκάρα,

για ν’ αγοράσω ένα δώρο στο Χριστό.

– Γι’ αυτό κλαις, Μαρία; Ο Χριστός ευχαριστιέται και μόνο που τον σκέφτεσαι.

Και μόνο που τον αγαπάς. Να, κοίταξε εκείνον το θάμνο με τα πράσινα φύλλα.

Γιατί δεν κόβεις ένα μπουκέτο να του το πας;


Το κορίτσι σταμάτησε τα κλάματα, έσκυψε, κι άρχισε να κόβει ένα μπουκέτο από κλαδιά. Έκοψε αρκετά, ώσπου η αγκαλιά της δε χωρούσε πια άλλα.

– Φτάνουν αυτά, γιαγιάκα; ρώτησε τη γριούλα κοιτάζοντας πίσω της,

αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί.

Η Μαρία με τα κλαδιά στην αγκαλιά της προχώρησε θαρρετά και μπήκε στην εκκλησία μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης. Όλα έλαμπαν στο φως των κεριών. Ο κόσμος έψελνε με κατάνυξη. Περπάτησε πάνω στο κόκκινο χαλί που απλωνόταν μπροστά στη φάτνη κι απόθεσε το δώρο της.

– Κοιτάτε αυτό το κοριτσάκι, είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα.

Φέρνει κλαδιά από θάμνους στο Χριστό. Και μη χειρότερα.


Όταν τελείωσε το τροπάριο ακούστηκαν ψίθυροι στην εκκλησία.

– Κοιτάξτε, κοιτάξτε τα κλαδιά των θάμνων!

Η Μαρία ήταν ακόμα γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια της. Ακούγοντας τις φωνές, σήκωσε το κεφάλι της τρομοκρατημένη και είδε τα κλαδιά, τα δικά της κλαδιά, να έχουν ανθίσει και να έχουν βγάλει κάτι όμορφα κόκκινα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια.

– Μα τι έγινε;

– Θαύμα!

– Ήτανε θάμνοι κι έβγαλαν λουλούδια!

Ο παπάς και το πλήθος γονάτισαν μπροστά στη φάτνη,

δοξολογώντας το Χριστό γι’ αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο.


Η γριούλα – ποια να ‘ταν άραγε; – είχε δίκιο. Το δώρο που δίνεται από την καρδιά είναι το πιο αξιόλογο δώρο. Τα φτωχά κλαδάκια ήταν το πιο σημαντικό δώρο που είχε πάρει ο Χριστός εκείνη τη μέρα...

Από τότε, κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυτοί οι θάμνοι ανθίζουν με τα αμέτρητα κόκκινα αστράκια τους, κι ο κόσμος τα ονομάζει

«λουλούδια των Χριστουγέννων».

Από το μακρινό εκείνο χωριό έφτασαν και στην πατρίδα μας κι ο κόσμος τα ονόμασε «Άστρα του Χριστού».


Το λουλούδι λέγεται αλεξανδρινό.

Ανθίζει Δεκέμβριο με Ιανουάριο και η ανθοφορία του διαρκεί 6 – 8 εβδομάδες.

Ελένης Χουκ – Αποστολοπούλου

Από το βιβλίο «Να τα πούμε; Να τα πείτε!»

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Πάτερ, βλασφημώ…


«Κάποιος τεχνίτης επισκέφθηκε τον πατέρα Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο και του είπε:

«Πάτερ, βλασφημώ…

Αλλά συμβαίνει κάτι παράξενο. Όταν προσπαθώ να βιδώσω μία βίδα και αυτή δεν βιδώνει, με εξοργίζει… Μόλις όμως βλασφημήσω, αμέσως βιδώνει».

Ατάραχος ο Γέροντας απαντά στον τεχνίτη:

«Έτσι ήταν επόμενο να γίνη»!

Και μπροστά στην έκπληξι τού τεχνίτη συνεχίζει ο γέροντας:

«Ένας  δαίμονας  εμποδίζει τη  βίδα  να  βιδώση  ενώ κάποιος άλλος  σε  παροτρύνει  να βλασφημήσης... Μόλις ο δεύτερος σε καταφέρει να βλασφημήσης, φεύγει ο πρώτος από τη  βίδα και αμέσως αυτή βιδώνει… Προσοχή, παιδί  μου, να  μη  βλασφημής αλλά να προσεύχεσαι όταν εργάζεσαι!!»


*☦️ Πατήρ Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2025

ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΕΥΤΥΧΙΑΣ!



Ρώτησαν τον Νιγηριανό δισεκατομμυριούχο 

Femi Otedola 

σε μια συνέντευξη: 


-Κύριε,τι θυμάστε 

που σας έκανε 

τον πιο ευτυχισμένο 

άνθρωπο στον κόσμο;


Ο Φέμι είπε:


Πέρασα από τέσσερα 

στάδια ευτυχίας 

στη ζωή και τελικά 

κατάλαβα το 

νόημα της 

αληθινής ευτυχίας.


Το πρώτο βήμα 

ήταν η συσσώρευση 

πλούτου και πόρων. 


Αλλά σ’ αυτό το 

στάδιο δεν πήρα 

την ευτυχία 

που ήθελα.


Ακολούθησε 

το δεύτερο στάδιο 

της συλλογής 

πολύτιμων 

αντικειμένων. 


Συνειδητοποίησα 

ότι το αποτέλεσμα 

αυτού είναι 

προσωρινό 

και η λάμψη 

των πολύτιμων 

πραγμάτων 

δεν διαρκεί πολύ.


Στη συνέχεια 

ακολούθησε 

η τρίτη φάση 

απόκτησης 

μεγάλων έργων. 


Εκείνη την εποχή, 

είχαμε το 95% 

της προμήθειας 

ντίζελ στη Νιγηρία 

και την Αφρική. 


Ήμουν επίσης 

ο μεγαλύτερος 

εφοπλιστής 

στην Αφρική 

και την Ασία. 


Αλλά και εδώ 

δεν εισέπραξα 

την ευτυχία 

που φανταζόμουν.


Το τέταρτο στάδιο 

ήταν όταν ένας 

φίλος μου ζήτησε 

να αγοράσω 

αναπηρικά 

καροτσάκια 

για παιδιά 

με αναπηρία. 


Σχεδόν 200 παιδιά.


Μετά από αίτημα 

του φίλου μου, 

αγόρασα αμέσως 

τα αναπηρικά 

καροτσάκια.


Αλλά ο φίλος μου 

επέμενε να 

πάω μαζί του 

και να δώσω 

στα παιδιά 

τα αναπηρικά 

καροτσάκια. 


Ετοιμάστηκα 

και έφυγα μαζί του.


Εκεί έδωσα 

σ’ αυτά τα παιδιά 

αυτά τα αναπηρικά 

καροτσάκια 

με τα χέρια μου. 


Είδα την παράξενη 

λάμψη της ευτυχίας 

στα πρόσωπα 

αυτών των παιδιών. 


Τους είδα όλους 

σε αναπηρικά 

καροτσάκια, 

να κινούνται και 

να διασκεδάζουν.


Ένιωσα μια 

πραγματική 

χαρά μέσα μου. 


Όταν αποφάσισα 

να φύγω, ένα 

απ’ τα παιδιά 

με άρπαξε 

απ’ τα πόδια. 


Προσπάθησα 

να απελευθερώσω 

ελαφρώς 

τα πόδια μου, 

αλλά το αγόρι 

κοίταξε το 

πρόσωπό μου 

και μου κράτησε 

σφιχτά τα πόδια.


Έσκυψα 

και ρώτησα 

το αγόρι: 


-Χρειάζεσαι 

κάτι άλλο;


Η απάντηση 

που μου έδωσε 

αυτό το παιδί 

όχι μόνο με έκανε 

χαρούμενο αλλά 

άλλαξε εντελώς 

τη στάση ζωής μου. 


Αυτό το παιδί 

μου είπε:


*«Θέλω να θυμάμαι*

*το πρόσωπό σου,*

*ώστε όταν σε βρω*

*στον παράδεισο,*

*να σε αναγνωρίσω*

*και να σε ευχαριστήσω*

*για άλλη μια φορά».*


Αυτή ήταν 

η πιο ευτυχισμένη 

στιγμή της ζωής μου!!!

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

"Το Ρολόι του Χρόνου


Κάποτε, σε ένα μικρό χωριό, ζούσε ένας ωρολογοποιός, ο Νικόλας, γνωστός για την τέχνη και την ακρίβειά του. 

Ο Νικόλας είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του φτιάχνοντας ρολόγια. 

Τα ρολόγια του δεν ήταν απλά μηχανισμοί. 

Ήταν μικρά έργα τέχνης που μετρούσαν τον παλμό του χρόνου.

Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, ένας νέος άνδρας μπήκε στο μαγαζί του. 

"Θέλω ένα ρολόι," είπε. "Όχι ένα συνηθισμένο. Θέλω ένα που να μου θυμίζει πώς να ζήσω τη ζωή μου."

Ο Νικόλας χαμογέλασε και έφτιαξε για τον άνδρα ένα μοναδικό ρολόι. 

Στο καντράν του, αντί για αριθμούς, χάραξε λέξεις:


Στις 12, η λέξη "Αρχή."

Στις 3, η λέξη "Ευγνωμοσύνη."

Στις 6, η λέξη "Συγχώρεση."

Στις 9, η λέξη "Αγκαλιά."


Όταν ο άνδρας τον ρώτησε γιατί το έκανε έτσι, ο Νικόλας απάντησε:

"Το ρολόι αυτό θα σου θυμίζει πως κάθε μέρα μπορεί να είναι μια νέα αρχή. Ότι η ευγνωμοσύνη σου δίνει δύναμη να προχωράς. Ότι η συγχώρεση είναι για την ψυχή σου, όχι για τους άλλους. Και ότι καμία στιγμή δεν είναι ολοκληρωμένη χωρίς μια αγκαλιά – πραγματική ή μεταφορική."

Ο άνδρας έφυγε, κρατώντας το ρολόι του σαν θησαυρό. Κάθε φορά που το κοίταζε, του θύμιζε πως ο χρόνος δεν είναι εχθρός αλλά δώρο.

Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο άνδρας έλεγε πως εκείνο το ρολόι δεν μετρούσε λεπτά και ώρες, αλλά στιγμές που άξιζε να ζήσει.

To ηθικό δίδαγμα της ιστορίας αυτής ; 

Ο χρόνος δεν είναι κάτι που ξοδεύουμε· είναι κάτι που γεμίζουμε με νόημα. 

Φτιάξε τη ζωή σου σαν το δικό σου μοναδικό ρολόι: γέμισέ τη με αρχές, ευγνωμοσύνη, συγχώρεση, και αγάπη.

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2024

Με το καραβάκι της Άγιας Μνήμης

 Με το καραβάκι της Άγιας Μνήμης. Αύγουστο στο περιβόλι της Κυράς.... 



Ο πιο πλούσιος μήνας… ο καλός μας …να ΄ταν δυο φορές τον χρόνο! Με τα γάλατα του ανέλαιου πρώτου μισού του, θα φτιάξουν στο χωριό χυλοπίτες και τραχανά!

Τη νύχτα που ξημερώνει του Σωτήρος, θα ανοίξουν και πάλι οι ουρανοί να δούμε το Άγιο Φώς, να κάνουμε ευχή, να ζήσουμε επιτέλους και εμείς την εν Χριστώ μεταμόρφωσή μας!

Διαδοχικά απογεύματα ικεσίας θα κυλήσουν και πάλι όμορφα στις εκκλησιές, με τις ψυχές να αναπέμπουν ευχαριστίες και δεήσεις παρακλητικές, μια τη μικρή και μια τη μεγάλη! Και στα μέσα του αυτός θα αναστηθεί! Δεν θα κλάψει από λύπη, ούτε μοιρολόι θα πεί στην Κυρά του, γιατί γνωρίζει πως αυτή μετέστη στο θρόνο της, δίπλα στον Θεό Λόγο και Υιό της!

Εκεί που κανείς άλλος δεν πλησίασε ακόμη…Θα κλάψει τούτος ο μήνας μόνο από χαρά για την δεύτερη Ανάσταση!Από χαρά και βεβαιότητα ότι η Μάνα δεν θα εγκαταλείψει ποτέ τα παιδιά της! Το βεβαίωσε και Εκείνος πάνω στο Σταυρό, όταν είπε σε όλους μας το…ιδού η μήτηρ σου!

Του Καλοκαιριού το Πάσχα έφτασε λοιπόν! Λαχταρά να ταξιδέψει η ψυχή, όπου η χάρη Της πάντα θα σκεπάζει τα βήματα όλων των Χριστιανών,μεσιτεύοντας ακαταπαύστως! Σε κάποια από τις αμέτρητες «Παναγιές» όλοι μας έχουμε πάει, έστω και νοερώς ,παρακαλώντας την,ευχαριστώντας την,απορώντας και εξιστάμενοι.

Μετρημένα τα προσωνύμιά της, αμέτρητος ο αδαπάνητος θυσαυρός της ζωής μας! Η Μείζων Αγία των Αγίων! Η Κυρία Θεοτόκος! Άξιον έστι, Πορταϊτισσα, Παναγία του Ακάθιστου, Μυροβλύτισσα, Τριχερούσα, Γοργοεπήκοος, Οδηγήτρια, Παραμυθία, Βηματάρισσα, Παντάνασσα, Οικονόμισσα, Γλυκοφιλούσα, Φοβερά Προστασία, Γερόντισσα, Αντιφωνήτρια, Αχειροποίητη, Προδρομίτισσα, Εγγυήτρια…

Μπροστά στα εικονίσματά τους, μας αξίωσε η μακροθυμία του Αγίου Θεού, να σταθούμε και να θαυμάσουμε. Η Βασίλισσα του κόσμου! Άνασσα κι ανάσα! Η Δέσποινα Παναγία, στο ταπεινό θρονί της, στο αχειρότευκτο τέμπλο, στο πολυλιβανισμένο προσκυνητάρι της, στο δικό της περιβόλι! Εκεί στην αέναη Αθωνίτισσα Κρήνη θα λαχταρά πάντοτε η άνυδρη ψυχή μας να βρίσκεται για να ξεδιψά σε όλους τους αγιασμένους μήνες της!

Δεν υπάρχει κανένας από τους δώδεκα χωρίς γιορτή και σύναξη στη χάρη της! Μα αυτός ο όγδοος, σαν Απόστολος ηγαπημένος έρχεται με καραβάκι πολυκαιρισμένο να μας οδηγήσει ξανά στον κλήρο και στους αρσανάδες της Κυράς, τους αγιασμένους απ’ τις αναμονές και τις υπομονές! Και τούτον τον Αύγουστο τον τόσο δυσκολεμένο, το βαρκάκι μας έχει στην πλώρη του γραμμένο με λευκή μπογιά το όνομά του! ΑΓΊΑ ΜΝΉΜΗ!

Θα πλεύσει με όλους μας επιβάτες, στα νερά που η σκιά του Άθωνα απλώνεται και έπειτα στα μονοπάτια που αγιάστηκαν από δάκρυα και δρωτάρια Αγίων ασκητάδων, αγγέλων εν σώματι, θα ξαναπερπατήσουμε, να δυναμώσει η ισχνή μας πίστη, από τα θαύματα και τα θαυμάσια τα ανεξίτηλα του Όρους του Αγίου. Δεν θα πάψει ποτέ η Άγια Μνήμη να ταξιδεύει λοιπόν και να αγκυροβολεί στου Ουρανού-Άθωνα τους ασφαλείς λιμένες!

Το παλιό καρνάγιο του μάταιου κόσμου, δεν θα φιλοξενήσει ποτέ το παραπεταμένο κουφάρι της, όσο η Κυρία Θεοτόκος διαπορθμεύει τα αιτήματα των μετανοημένων παιδιών της για έλεος και παράταση…Μία στο πηδάλιο οδηγεί και μια στην κουπαστή ταξιδεύτρα ατενίζει τα περίβλεπτα καθολικά η Άγια μνήμη!

Συνταξιδιώτες της τούτον τον Αύγουστο, ορτσάρουμε με πανιά μας σελίδες από παλαιότερα ημερολόγια Άθωνα, βγαλμένα και γραμμένα μέσα απ’ την ψυχή μας…Σελίδες αφιερωμένες στην Αγαθή Μεσίτρια του κόσμου, την παντοτινή έφορο του Όρους!

Στου Αυγούστου το αγνάντεμα πατώ Περιβολάκι! Έχω τα μάτια μου κλειστά, οσφραίνομαι αεράκι,

που’ ρχεται απ΄ το πέλαγο, της Βίγλας το ακρωτήρι κι απ΄ του Εσφιγμένου την αυλή σαν καίει το θυμιατήρι!

Βοήθα με Οικονόμισσα οι λέξεις να αγιαστούνε, χάρη να λάβουνε από Σε να μοσχοβοληθούνε!

Μεσίτευε Γερόντισσα, στείλε μας ευλογία,να μείνει πάντα άληστη κι αυτή η οδοιπορία…


Νώντας Σκοπετέας – Απόσπασμα από ομότιτλη σειρά εκπομπών, Αύγουστος 2022

Πηγή: …ἐν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς

https://simeiakairwn.wordpress.com/2024/08/05/%ce%bc%ce%b5-%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b2%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ac%ce%b3%ce%b9%ce%b1%cf%82-%ce%bc%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b7%cf%82-%ce%b1%cf%8d%ce%b3%ce%bf%cf%85%cf%83-2/#more-125350

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2024

Έλα ρε μάνα τώρα, που νηστεύουν τα σπουργίτια τον 15αύγουστο ...

 


🌼 Ήταν ένα ζεστό καλοκαιριάτικο μεσημέρι του Ιούνη του 2019 . Είπα να πάω να δω λίγο τη μάνα μου. 

Την είδα να κρατά ένα δισκάκι με δυο φέτες βρεγμένο ψωμί. Προχωρούσε αργά με μικρά βήματα στην αυλή του σπιτιού μας . Απίθωσε με τρεμάμενα χέρια το ψωμί στον φούρνο. 

Μα τι έκανε ;

Απρόσμενα ένα σμήνος σπουργίτια κατέβηκαν από το πουθενά κι άρχισαν χαρούμενα να τσιμπολογούν τα βρεγμένα ψιχουλάκια . Τραγουδούσαν , πετάριζαν με τα μικρά τους φτεράκια, χοροπηδούσαν εδώ κι εκεί . 

Ήταν ένα πανέμορφο θέαμα . Φιλονικούσαν , σπρώχνονταν να χωρέσουν στη στέγη του φούρνου , κελαηδούσαν μες την τρελή χαρά. 

Ήταν τρισευτυχισμένα .


-Τα καημένα σχολίασε η γριά μάνα μου . 

Εδώ και χρόνια , τα ταΐζω κάθε μεσημέρι . 

Πεινούν κι αυτά . 

Δεν βρίσκουν εύκολα φαγητό. 

Κοίταξέ τα για λίγα ψίχουλα πόση χαρά νιώθουν, άκου τι ωραία κελαηδούν , ευχαριστούν τον Θεό για το λιγοστό ψωμάκι , δοξολογούν τον Πλάστη τους …


Έμεινα άφωνη να τα κοιτάζω . 

Την μάνα μου την καλόψυχη , την σπλαχνική , που συμπόνεσε ακόμη και τα σπουργίτια. 

Εγώ δεν σκέφτηκα ποτέ να ταΐσω τα σπουργίτια και μάλιστα επί σταθερής βάσης . 

Ναι, να φροντίσουμε αδέσποτα σκυλιά γατιά , λίγα ψίχουλα τον χειμώνα , αλλά κάτι τέτοιο δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου . 

Σκέφτηκα για πολλοστή φορά ότι την αξιοσύνη της μάνας μας δεν μπορέσαμε να την φτάσουμε ποτέ κανένα της παιδί …


Τα σπουργίτια συνέχισαν τον χορό και το τραγούδι στον φούρνο της μικρής μας αυλής, που χώρεσε αλήθεια τόσες όμορφες στιγμές, τόσες οικογενειακές χαρές ! 

Τώρα τα πουλιά πέταξαν μακριά απ΄ τη φωλιά , έκτισαν τις δικές τους φωλιές . 

Όμως το τραγούδι δεν σταμάτησε ποτέ , γιατί τώρα το πατρικό μου σπίτι φιλοξενεί άλλα πουλιά, τα σπουργίτια της γειτονιάς !

Παρατήρησα ένα σπουργίτι. 

Στεκόταν φρουρός στα κεραμίδια του σπιτιού, καθώς τα άλλα σπουργιτάκια γλεντούσαν τρώγοντας. 

Κοίτα τώρα σοφία και οργάνωση αν και πουλιά , σκέφτηκα , έχουν και φρουρό ασφαλείας !

Είπα στα εγγόνια μου , το και το.

Να πάμε να τα γυρίσω βίντεο , είπε ένας εγγονός μου.

Χαμογέλασα. 

Άλλη γενιά, άλλα έθιμα . 

Να πάμε μια μέρα …

Οι μέρες πέρασαν , σβήστηκαν στο πέρασμα του χρόνου .


Αρχές Αυγούστου η μάνα μας αρρώστησε . 

Βεβαίως θυμηθήκαμε τα σπουργίτια της . 

Επί το έργον. 

Το καθήκον μας καλεί .

Έτσι ακριβώς όπως έκανε κι εκείνη πριν πέσει στο κρεβάτι. Βάλαμε ψωμί στον φούρνο ξανά και ξανά … και πάλι και αύριο και μεθαύριο…όμως τα σπουργίτια δεν ματαφάνηκαν. 

Τα περιμέναμε . Λέγαμε . 

Σήμερα δεν μπορεί , θα έρθουν να φάνε . Έχει τόσες μέρες που…


Στις 11 Αυγούστου η μάνα μας ζήτησε να την καθίσουμε λίγο στην αυλή. 

Καθίσαμε τα αδέλφια δίπλα της . 

Όπως τον παλιό καλό καιρό που καθόμασταν παιδάκια στην ποδιά της να μας πει παραμύθια . 

Θυμηθήκαμε τα σπουργίτια . 

Σχολιάσαμε : 

Ακόμη και τα σπουργίτια κατάλαβαν ότι η μαστόρισσα τους αρρώστησε γιατί δεν έρχονται πια , αν και καθημερινά βάζουμε ψωμί.

Η μάνα μας κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της .

– Όχι, δεν είναι γι αυτό που δεν έρχονται, λάθος κάνετε .

-Εμ γιατί;

- Είναι δεκαπενταύγουστος , μεγάλη νηστεία. Τα σπουργίτια δεν τρώνε …

-Έλα ρε μάνα τώρα που… Γελάσαμε αυθόρμητα . Απίστευτα πράγματα. Τι λες τώρα;

-Σωστά σας λέω . Έτσι είναι . Τα σπουργίτια νηστεύουν.

-Έλα τώρα ρε μάνα , αντέτεινα , πώς ξέρουν τώρα τα πουλιά ότι είναι δεκαπενταύγουστος και θα πρέπει να νηστέψουν;

-Είναι πολύ έξυπνα πουλιά , έχουν χάρισμα από τον Θεό.

Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο χαμογελώντας, ως συνένοχοι. 

Ναι τώρα που…

Η μάνα μας κατάλαβε τη σκέψη μας . Πω πω.

-Να σας το αποδείξω για να πειστείτε .

Ξαναγέλασα. 

Θυμήθηκα τα Μαθηματικά στο Δημοτικό της γενιάς μου , στο Δημόσιο σχολείο της αριστείας , που στην Τρίτη Δημοτικού μας μάθαιναν αυτή την βασική αρχή : 

Τα δεδομένα, το ζητούμενο, η απόδειξη . 

Να τώρα η μάνα μου που μόνη της θέτει επί τάπητος την απόδειξη.

Ήλθε ακόμη στο μυαλό μου μια χρονιά, που όντας νεαρή δασκάλα πήγα στο χωριό καταγωγής της μάνας μου να δουλέψω στις εκλογές. 

Με πλησίασε ο μουκτάρης του χωριού , παλιός συμμαθητής της μάνας μου . 

Μου τόνισε πόσο έξυπνη μαθήτρια ήταν ειδικά στα Μαθηματικά. 

Τόσο, που πηδώντας από τάξη σε τάξη , σε τρία χρόνια τελείωσε την Ε΄ Δημοτικού ! 

Ήταν οι χρυσοί καιροί που τα προικισμένα παιδιά άνοιγαν τον δρόμο ! 

Και τότε , ο παππούς την έβγαλε από το σχολείο , για να βοηθά στα χωράφια . 

Τρεις μήνες τον θερμοπαρακαλούσε ο δάσκαλος να στείλει το παιδί πίσω στο σχολείο… 

Η μάνα μας, ποτέ δεν μας είπε αυτή την ιστορία .

Να την τώρα τη μάνα μας με το τετράγωνο μυαλό που θα μας το αποδείξει κιόλας . 

Χαμογελάσαμε ξανά σαν άπιστος Θωμάς . 

Αν είναι δυνατόν τώρα τα σπουργίτια να νηστεύουν για τον δεκαπενταύγουστο.

Κοιτάξτε ξανάπε η μάνα μας ήρεμα , γαλήνια , με μισοσβησμένη φωνή : 

Θα το δείτε . 

Τα σπουργίτια θα ξανάρθουν στο σπίτι μας στις 15 Αυγούστου , που τελειώνει η νηστεία . 

Θα΄ρθουν για το τραπέζι του δεκαπενταυγούστου , πρόσθεσε χαμογελώντας .

Κλείσαμε το στόμα μας , τα παιδιά της , οι «πολύξεροι» εκπαιδευτικοί . 

Να το πιστέψουμε ; 

Μα είναι δυνατόν;

Θυμήθηκα μια ιστορία που διάβασα για τον Γέροντα Παΐσιο , που έμενε νηστικός σχεδόν όλο τον δεκαπενταύγουστο , τιμώντας έτσι τη μνήμη της Παναγίας . 

Τόσο μεγάλη νηστεία είναι .

-Ναι , είπε ξανά η μάνα μας . 

Τόσο μεγάλη νηστεία είναι . 

Για την Παναγία μας .

Τ΄ ασημένια της μαλλιά, το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο, τα ροζιασμένα της χέρια , η σοφία των 90 της χρόνων , οι πικρές εμπειρίες της χηρείας από τη νιότη της , το ξεκάθαρο βλέμμα της, η γαλήνια μορφή της , δεν μας αφήνουν να συνεχίσουμε άλλο .

Είναι τόσο σίγουρη γι αυτό που λέει . 

Κι άλλο τόσο εμείς ότι δεν είναι δυνατόν να… όμως δεν τολμούμε να συνεχίσουμε άλλο. Σεβόμαστε τη μάνα μας. 

Είναι άρρωστη. 

Φεύγει; Πλήρης ημερών . 

Μια θλίψη μας πλακώνει.

Πού είναι κι αυτά τα σπουργίτια να μας δώσουν λίγη χαρά ; 

Πού χάθηκαν ;

Οι μέρες πέρασαν ξανά. Το ψωμί στον φούρνο δεν έλειψε . Περίμενε κι αυτό τους πεινασμένους φτερωτούς φίλους της γειτονιάς . Όμως τα σπουργίτια δεν πάτησαν το πόδι τους .

Ξημέρωσε δεκαπενταύγουστος . 

Κατά το μεσημέρι τα σπουργιτάκια άρχισαν να καταφθάνουν το ένα πίσω από το άλλο στον φούρνο της μάνας μας . 

Η μικρή μας αυλή γέμισε κελαηδήματα , τραγούδια και χαρές . Μα ήταν δυνατόν; 

Σωστά έβλεπαν τα μάτια μας ;

– Να τα , είπε η μάνα μας χαμογελώντας. 

Ήλθαν για το τραπέζι του δεκαπενταυγούστου, μετά από τόση νηστεία για την Παναγία μας . 

Είδατε που σας έλεγα ;

Βάλτε ψωμί για τα πουλιά !

Τα σπουργίτια του δεκαπενταυγούστου φτερούγιζαν όλο χαρά με τα μικρά τους φτεράκια , τσιμπολογούσαν το φτωχικό τους φαγητό και δοξολογούσαν ευχαριστώντας τον Πλάστη τους.

Γλεντούσαν για τη ζωή, για το ψωμί, τιμούσαν την Παναγία μας κι ευχαριστούσαν τη γριά μάνα μας για το τραπέζι του δεκαπενταυγούστου !


* ΤΗΣ ΛΟΥΚΙΑΣ ΒΟΥΡΓΙΑ – ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

 Τέως Επιθεωρήτρια Δημοτικής Εκπαίδευσης Κύπρου

http://amfoterodexios.blogspot.com/2021/08/15_14.html?m=1 

[μας έστειλε η Α.Α]

Κυριακή 14 Απριλίου 2024

Ο μοναχός κι ο άγγελος.


Ο μακαριστός γέροντας Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης († 1959), προσπαθώντας να στηρίξει ένα νέο μοναχό, που τον πολεμούσαν λογισμοί φυγής κι επιστροφής στους γονείς του, διηγήθηκε το ακόλουθο θαυμαστό γεγονός:

Λίγο πριν έρθω εδώ, στα Κατουνάκια, εκοιμήθη κάποιος μοναχός, υποτακτικός σ’ ένα τυφλό γέροντα. Άκουσε τι έγινε κάποτε μ’ αυτόν:

Μια μέρα πέρασε από το κελλί τους ένας κοσμικός.

– Από που είσαι; ρώτησε ο μοναχός.

Από την απάντηση κατάλαβε πως ήταν χωριανός του, αλλά δεν του συστήθηκε.

– Τι γίνεται ο τάδε; ξαναρώτησε ο μοναχός, εννοώντας τον πατέρα του.

– Πέθανε, απάντησε ο ξένος, κι άφησε τη γυναίκα και τρία κορίτσια ορφανά στους δρόμους. Είχανε κι ένα γιο, αλλ’ αυτός είχε φύγει από χρόνια και δεν ήξεραν τι απέγινε.

Μόλις τ’ άκουσε ο μοναχός, σαν να χτυπήθηκε από κεραυνό. Αμέσως άρχισαν να τον προσβάλλουν οι λογισμοί της φυγής.

– Θα φύγω, λέει στό γέροντά του. Θα πάω να τους προστατέψω.

Ο γέροντας δεν του έδωσε ευλογία. Τον συμβούλεψε κλαίγοντας. Εκείνος επέμενε. Τελικά δεν μπόρεσε να τον μεταπείσει και τον άφησε στο θέλημά του.

Ο υποτακτικός έφυγε. Αφού βγήκε από το Όρος, κάθισε στη σκιά ενός δέντρου να ξεκουραστεί. Εκεί καταφτάνει σε λίγο ιδρωμένος ένας άλλος μοναχός, και κάθεται κοντά του.

– Σε βλέπω ταραγμένο, αδελφέ. Τι έχεις;

– Άφησε, πάτερ, έπαθα συμφορά, αποκρίθηκε ο άλλος, και του διηγήθηκε το περιστατικό.

Τότε ο καλός οδοιπόρος του λέει:

– Αν θέλεις, αδελφέ, να μ’ ακούσεις, γύρισε πίσω στο γέροντά σου, και θ’ αναλάβει ο Θεός να προστατέψει τους οικείους σου. Εσύ υπηρέτησε το γέροντά σου, αφού είναι μάλιστα και τυφλός.

Ο άλλος όμως δεν τον άκουγε. Ο πρώτος του έφερε πολλά παραδείγματα, αλλά ο ανυπάκουος μοναχός σηκώθηκε για να συνεχίσει την πορεία του για τον κόσμο.

– Λοιπόν, δεν μ’ ακούς να γυρίσεις πίσω;

– Όχι.

– Ε, τότε άκουσε! Εγώ είμαι άγγελος Κυρίου. Μόλις πέθανε ο πατέρας σου, ο Θεός με πρόσταξε να πάω κοντά στην οικογένειά σου, για να τους φυλάω και να γίνω προστάτης τους. Αφού όμως δεν μ’ ακούς και θέλεις να πας εσύ, εγώ τους αφήνω και φεύγω.

Αμέσως ο άγγελος έγινε άφαντος.

Τότε συνήλθε ο μοναχός και, μεταμελημένος, γύρισε γρήγορα στο γέροντά του. Τον βρήκε να προσεύχεται γι’ αυτόν…


 

Από το βιβλίο: ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2013, σελ. 257.

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2023

Στο δρόμο για την Ιεριχώ

https://erimitic.gr/dimitris-athonitis/sto-dromo-pros-tin-ierixo/

Δημήτρης Αθωνίτης


Μια αλληγορική ιστορία από τον Δημήτρη Αθωνίτη εμπνευσμένη από την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη. Μια ιστορία διαχρονική.


Ο ήχος από το χτύπημα της βαριάς ξύλινης πόρτας είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι, την ώρα που πήρα, με θυμό, την απόφαση να φύγω (από κοντά Σου). Άλλωστε, την απόφαση αυτή τη «δούλευα» μέσα μου, εδώ και αρκετό καιρό. Ένιωθα βλέπεις πως πνιγόμουν (πως δεν με άκουγες το τελευταίο χρονικό διάστημα και πως δεν ήσουνα κοντά σ’ όλες τις δυσκολίες και τις «ανηφοριές» μου). Έβλεπα και εκείνα τα χαμόγελα της ευτυχίας, να «περισσεύουν» πάντοτε στα πρόσωπα των άλλων (όσων συνειδητά ή ασυνείδητα Σε είχαν αρνηθεί) και εγώ αγωνιζόμουν και μοχθούσα σ΄ όλη μου τη ζωή ασταμάτητα (για να Σε συναντήσω). Κουράστηκα πια να τους ζηλεύω. Έτσι λοιπόν, πήρα την απόφαση και κατά το σούρουπο ξεκίνησα να περπατώ στο υγρό πλακόστρωτο δρομάκι, που θα μ’ έβγαζε έξω απ΄ την πόλη.

Μοναχικός και φοβισμένος, σαν απροστάτευτο μικρό παιδί, γύρεψα πια να βρω καινούριο σπιτικό, πιο ασφαλές, πιο σίγουρο. Και αφότου στάθηκα σ’ όλες τις αγορές της πόλης και ρώτησα κάθε λογής «σοφό», έμαθα για μια πόλη με τείχη υψηλά και ισχυρά, σχεδόν απόρθητα. «Εκεί θα νιώσεις πραγματικά ελεύθερος και ασφαλής, για πάντα», μου είπανε. «Κανείς δε θα μπορέσει πια να σε πειράξει». Και εγώ ο αφελής τους πίστεψα.

Πήρα λοιπόν το μονοπάτι που έβγαζε προς την Ιεριχώ, την πόλη που ονειρευόμουνα σε όλη τη ζωή μου. Και μέσα στο μυαλό (αλλά και στην ψυχή), ξεκίνησα να κάνω νέα σχέδια για μια ζωή ιδανική και τέλεια. Αλλιώτικη απ΄ αυτή που ζούσα μέχρι σήμερα. Μακριά απ΄ τον πόνο και την κούραση. Τον καθημερινό αγώνα και την απογοήτευση. Αυτή που, ότι και να έκανα, όσο και αν προσπαθούσα, έμοιαζε να κερδίζει πάντοτε.

Δεν τα υπολόγισα όμως καλά και κάπου στη μέση της διαδρομής μ’ έφτασε το σκοτάδι. Και εγώ, απ΄ την πολύ βιασύνη μου δεν είχα πάρει, ούτε ένα μικρό κερί μαζί, για να μου φέγγει «αναιμικά» λίγο το δρόμο. «Θα προχωρήσω», είπα αποφασιστικά. «Πλέον, δεν επιστρέφω πίσω. Άλλωστε, όλο και κάποιος θα βρεθεί στο δρόμο μου για να με συντροφεύσει». Και πράγματι, μετά από λίγη ώρα, μια παρέα από διαβάτες με πλησίασε. Και αφού με προϋπάντησαν με τα πλατιά χαμόγελα τους και με μια θέρμη που ποτέ δεν είχα ξανανιώσει, μου είπανε «Μη φοβάσαι. Δεν είσαι μόνος πια. Μαζί θα περπατήσουμε σ΄ αυτό το μονοπάτι». Κι’ ήτανε τόσο καλοί και φιλικοί, που αισθάνθηκα σα να τους γνώριζα από χρόνια. Και έτσι όπως προχωρούσαμε, ξεκίνησα σιγά – σιγά να τους εκμυστηρεύομαι ολόκληρη τη ζωή μου. Και εκείνοι μου γνέφαν κάθε τόσο το κεφάλι, λέγοντας πως με καταλαβαίνανε και πόσο δίκιο είχα. Και εγώ, μέσ’ τη μεγάλη μου αφέλεια, τους εξομολογήθηκα τις πιο κρυφές μου σκέψεις, τα πιο βαθιά μου μυστικά (αυτά που δεν είχα τολμήσει να πω ούτε σε Εσένα). Ένιωθα βλέπεις τόσο γαλήνια και ειρηνικά. Ανάλαφρος, που από τη μια μπόρεσα να βγάλω από πάνω μου, όλα μου τα «βαρίδια» και ευτυχισμένος συνάμα, που είχα βρει επιτέλους κάποιους να με νοιάζονται, να με καταλαβαίνουν. Και είπα, από μέσα μου «Ετούτη η νέα ζωή ξεκίνησε πραγματικά υπέροχα. Έπρεπε από καιρό να είχα πάρει την απόφαση να φύγω».

Και να. Σε λίγο τα μεγάλα τείχη πρόβαλλαν στον ορίζοντα. Ψηλά, επιβλητικά με «ακοίμητους» πυρσούς να καίνε επάνω τους και να φωτίζουν ολόκληρη την πόλη. «Κοιτάξτε» είπα, «φτάνουμε». Μα μόλις γύρισα να μοιραστώ αυτή μου τη χαρά, με τους καινούργιους φίλους, αντίκρισα άλλα πρόσωπα, πιο σκοτεινά και άγνωστα τελείως. Λες και είχαν μάσκες που έπεσαν με μιας και φανέρωσαν πίσω τους μια σκοτεινή αλήθεια. Βλέμματα βλοσυρά και άγρια, με είχανε κυκλώσει. Και αφού ξεκίνησαν να με χτυπούν, με χέρια και με λόγια, στο τέλος μ’ άφησαν αναίσθητο, γυμνό, κατάχαμα στο δρόμο. Μου έκλεψαν τα λιγοστά υπάρχοντα και έφυγαν μακριά μου, ψάχνοντας ανυπόμονα να βρουν το επόμενο τους θύμα.

Δεν ξέρω για πόσες ώρες έμεινα εκεί μισολιπόθυμος. Και όταν συνήλθα εκτός απ’ τις νωπές πληγές που μ’ έκαιγαν, ένιωσα και άλλον έναν πόνο, παράξενο και πιο βαθύ. Ήταν ο πόνος της απόγνωσης που ξενιτεύτηκα μακριά (Σου), που είπα πως θα κάνω, μόνος μου, καινούργια αρχή και που άκριτα εμπιστεύτηκα τον πρώτο ξένο που συνάντησα στο διάβα μου (και ξέχασα Εσένα). Και όσο ο χρόνος πέρναγε, ήμουν όλο και πιο ανήμπορος για να σταθώ στα πόδια μου. Βλέπεις οι πληγές απ΄ τα χτυπήματα ήταν πολλές και αιμορραγούσαν. Τι και αν πέρασαν από δίπλα μου, πολλοί περαστικοί; Όλοι τους μου έριχναν μια φευγαλέα ματιά συμπάθειας, αλλά κανείς τους δε σταμάτησε για να με περιθάλψει. Θες από φόβο, από αδιαφορία ή γιατί δεν προλάβαιναν, συνέχιζαν βιαστικά το δρόμο τους, λες και ήθελαν να απομακρυνθούν μια ώρα γρηγορότερα από εκείνο το σημείο. Ακόμη και κάποια μικρά παιδιά, που με δάκρυα στα μάτια τους παρακάλεσαν να με βοηθήσουν, τα απομάκρυναν κακήν κακώς από κοντά μου. Και έτσι έμεινα για ακόμη μια φορά, ολομόναχος. Και είπα πως τελικά οι μέρες μου μετρήθηκαν και τέλειωσαν εδώ στον έρημο τον τόπο.

Και τότε φάνηκες ανέλπιστα (Εσύ) και με σπλαχνίστηκες. Δε με προσπέρασες, όπως οι άλλοι. Ήρθες κοντά μου και με πήρες αγκαλιά. Έτσι όπως ήμουνα, πεσμένος, βρώμικος με λάσπες και με αίματα. Δε με σιχάθηκες, δε γύρισες αλλού το πρόσωπο (Σου). Μου άλειψες τα τραύματα με λάδι και κρασί, τα έδεσες και με βοήθησες για να σταθώ ξανά στα πληγωμένα πόδια μου. Μου έριξες ένα πανωφόρι και σκέπασες τη γύμνια μου και ύστερα με οδήγησες σε τούτο εδώ το μέρος. Και είπες να με φροντίσουνε καλά μέχρι να δυναμώσω. Και έφυγες τόσο ξαφνικά που μήτε πρόλαβα να σε ευχαριστήσω.

Και οι μέρες κύλισαν και ανάρρωσα. Γιατρεύτηκα και όταν θρέψανε όλες μου οι πληγές μου είπαν πως ήμουν έτοιμος ν΄ αναχωρήσω. Να βγω ξανά, έξω στον κόσμο. Λίγο πριν φύγω ρώτησα δειλά ποιο ήτανε το κόστος. Ήταν κάτι που «στριφογύριζε» συνέχεια μεσ’ το φτωχό μυαλό μου, μιας και τα λιγοστά μου χρήματα, τα είχαν πάρει προ πολλού οι «ψεύτικοι φίλοι». «Πως θα πληρώσω», έλεγα. Φαντάσου την έκπληξη μου, όταν πήρα την απάντηση πως «Τα πλήρωσε όλα ε(Ε)κείνος. Το ίδιο κάνει, τόσα χρόνια, για όλους τους ταλαίπωρους και άτυχους διαβάτες. Τους ψάχνει μ’ αγωνία, ασταμάτητα, σε όλες τις ερημιές και αφού τους βρει φροντίζει για την ίαση και για τη θεραπεία τους. Και πάντα δωρεάν. Ποτέ του δε ζητάει τίποτα».

Συγκλονισμένος απ΄ αυτή την απρόσμενη δωρεά, ετοιμάστηκα να φύγω. Σκέψεις και συναισθήματα στριφογύριζαν μέσα μου. «Μα είναι δυνατόν; Να μου πληρώσει ολόκληρη τη θεραπεία; Και έφυγε τόσο γρήγορα, που δεν πρόλαβα καν να τον ευχαριστήσω. Άραγε, θα τον ξαναδώ ποτέ;». Βγήκα στο δρόμο. Ο ήλιος έριχνε επάνω μου «απλόχερα» τις φωτεινές ακτίνες του. Κοντοστάθηκα και έριξα μια ματιά στη βαριά ξύλινη πόρτα που μόλις είχα κλείσει πίσω μου. Κάτι μου θύμιζε, κάτι απ’ τα παλιά… Και τότε συνειδητοποίησα πως ήταν η ίδια πόρτα που είχα βροντήξει με θυμό, πριν φύγω μακριά (Σου).

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2023

Η γλυκιά φωνούλα

 


Εχθές, αργά το απόγευμα, βγαίνοντας από το γραφείο του ναού και μπαίνοντας στο ναό, ακούω μια γλυκιά φωνούλα να μου λέει:

- Πάτερ, σας παρακαλώ μπορείτε να με εξομολογήσετε;

Εγώ δεν είχα χρόνο, ούτε ήταν ημέρα Εξομολόγησης. Έχω όμως μια αρχή, όσοι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με το μυστήριο, να τους δέχομαι, διότι δεν ξέρεις καμιά φορά ο διάβολος πώς θα προσπαθήσει να τους αποθαρρύνει.

-Έχεις παιδί μου εξομολογηθεί ξανά;

-Όχι πάτερ, αλλά ήθελα να με συγχωρέσει ο Θεός για κάτι που έκανα. Θέλω η ψυχή μου να είναι καθαρή.

Από το λιγοστό φως που μου επέτρεπαν να διακρίνω τα ακοίμητα καντήλια των Αγίων μας, κατάλαβα πως ήταν μικρό παιδί, παρότι ήταν ψηλό.

- Πόσο χρονών είσαι παιδί μου;

- Πάω έκτη πάτερ. 

- Α! Είσαι παιδί του Κατηχητικού μας και έχεις ακούσει για την Εξομολόγηση.

- Όχι, δεν ξέρω τι είναι το κατηχητικό. 

- Μα... Τι σε έκανε στα καλά καθούμενα ένα μικρό παιδί να σηκωθείς από τον καναπέ σου, να μπεις σε μια εκκλησία και να ζητήσεις Εξομολόγηση; Κατάλαβα, στο είπαν οι γονείς σου.

- Όχι πάτερ, οι γονείς μου είναι χωρισμένοι, η μαμά μου δουλεύει και μένω πολλές ώρες μόνη. Απλά μια φωνή μου έλεγε πήγαινε παιδί μου στο σπίτι μου για να ηρεμήσει η ψυχή σου...

Μέγας είσαι Κύριε και Πολυεύσπλαχνος. Φροντίζεις και μεριμνάς για το φτωχό πλασματάκι σου και αυτό σε υπακούει, την ώρα που μεγάλης ηλικίας άνθρωποι, ακόμη και κληρικοί και των τριών βαθμίδων δεν εξομολογούνται, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει κι ο Αρχιεπίσκοπός μας... υπάρχουν ποιμένες αποίμαντοι.


π. Γεώργιος Χριστοδούλου

Πέμπτη 20 Απριλίου 2023

Το αυγό του Αλέξανδρου

 


«Ὁ Ἀλέξανδρος γεννήθηκε με στρεβλωμένο σῶμα, ἦταν ἤπιας μορφῆς αὐτιστικό παιδί.

 Στήν ἡλικία των δώδεκα ἐτῶν ἦταν ἀκόμη στὴ Δευτέρα Δημοτικοῦ κι ἔμοιαζε ἀνίκανος νὰ μάθει. Ἡ δασκάλα του φρόντισε νὰ γίνει ... ἱεραπόστολος.

 Νὰ μὴ μείνει σε αὐτό, πού το Ὑπουργεῖο τους ἔχει πεῖ νὰ μάθουνε ἤ νὰ μὴ μάθουνε, γιὰ νὰ μὴν το διδάξουνε.

 Ἡ δασκάλα αὐτή ἦταν πιστή κοπέλα, πραγματική ἱεραπόστολος.

Μία μέρα ὁ Ἀλέξανδρος την πλησίασε κουτσαίνοντας καὶ τῆς φώναξε

 «σ΄ ἀγαπῶ κυρία». 

Ἐν τῷ μεταξύ εἶχε φτάσει ἡ ἄνοιξη κι ὅλα τα παιδιά μιλοῦσαν με ἐνθουσιασμό γιὰ το Πάσχα ποὺ θὰ ἐρχόταν.….

Ἡ κυρία ἔδωσε σε καθένα ἀπὸ τά παιδιά ἕνα μεγάλο πλαστικό αὐγὸ καὶ τούς εἶπε:

 «Θέλω νὰ το πάρετε αὐτό στὸ σπίτι σας κι αὔριο νὰ το φέρετε πίσω, ἀφοῦ, ὅμως, βάλετε μέσα κάτι, ποὺ νὰ δείχνει δημιουργία καὶ νέα ζωή».

Το ἑπόμενο πρωί εἴκοσι παιδιά ἦρθαν στὸ σχολεῖο γελῶντας καὶ μιλῶντας καθώς τοποθετοῦσαν τα αὐγά τους στὸ μεγάλο καλάθι μπροστά στὴν ἔδρα τῆς κυρίας τους.

Σε λίγο ἦρθε ἡ ὥρα, γιὰ νὰ ἀνοίξουν τα αὐγὰ.

Στὸ πρῶτο ἡ δασκάλα βρῆκε ἕνα λουλούδι.

 «Ναὶ, το λουλούδι ὁπωσδήποτε εἶναι σημάδι νέας ζωῆς», 

εἶπε ἡ δασκάλα καὶ συνέχισε λέγοντας «Μπράβο Μαρία!» στὴ μαθήτρια, ποὺ ἐν τῷ μεταξύ εἶχε σηκώσει το χέρι της δηλώνοντας ὅτι το αὐγό εἶναι δικό της.

Το ἑπόμενο αὐγὸ περιεῖχε μιὰ πεταλούδα, ἡ ὁποία, ὅμως, ἔδειχνε πολύ ζωντανή. Ἡ δασκάλα σήκωσε το αὐγὸ ψηλά: «Ὅλοι γνωρίζουμε, ὅτι ἡ κάμπια ἀλλάζει καὶ «μετασχηματίζεται» σε μιὰ ὄμορφη πεταλούδα.

 Πράγματι, αὐτό εἶναι νέα ζωή, ἐπίσης» εἶπε ἡ δασκάλα.

Μετά ἡ δασκάλα ἄνοιξε το τρίτο αὐγὸ.

«Τα ἔχασε».

Τό αὐγὸ ἦταν ἄδειο.

Σίγουρα θὰ εἶναι τοῦ Ἀλέξανδρου, σκέφτηκε. Φυσικά δὲν κατάλαβε τί ἔπρεπε νὰ πράξει ἐκείνη τὴ στιγμή.

 Ἐπειδή δὲν ἤθελε νὰ τόν ντροπιάσει, ἄφησε το αὐγὸ στὴν ἄκρη καὶ σήκωσε το χέρι γιὰ νὰ πάρει ἄλλο.

 Ξαφνικά ὁ Ἀλέξανδρος πετάχτηκε. 

«Κυρία, δὲ θὰ πεῖτε τίποτα γιὰ το αὐγό μου;».

Ταραγμένη ἡ δασκάλα ἀπάντησε:

 «Μὰ, μά Ἀλέξανδρε, το αὐγό σου εἷναι ἄδειο!». 

Ἐκεῖνος την κοίταξε μέσα στὰ μάτια καί τῆς εἶπε με ἁπαλὴ φωνή:

 «Ναὶ κυρία, μὰ καὶ τοῦ Χριστοῦ ὁ τάφος ἦταν κι αὐτός ἄδειος»!!!!!

Ὁ χρόνος σταμάτησε.

Ἡ δασκάλα προσπάθησε νὰ συνέλθει.

Λίγη ὥρα μετά ρωτᾶ τον Ἀλέξανδρο: «Ἐσὺ ξέρεις γιατί ὁ τάφος ἦταν ἄδειος;» κι ἐκεῖνος ἀπαντάει: «Ναί, το Χριστό τον σκότωσαν καί τον ἔβαλαν ἐκεῖ, ὅμως, μετά ἀναστήθηκε. Αὐτὸ δὲ δείχνει τὴ νέα ζωή;».

Το κουδούνι γιὰ το διάλειμμα χτύπησε κι ἐνῶ τα παιδιά ἔτρεχαν με ἐνθουσιασμό γιά την αὐλὴ τοῦ σχολείου, ἡ δασκάλα ἔκρυψε το πρόσωπό της. Καὶ ἔκλαψε.….

Τρεῖς μῆνες ἀργότερα ὁ Ἀλέξανδρος ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωή.….

Ὅσοι συμμετεῖχαν στὴν κηδεία του, εἶδαν με ἔκπληξη πάνω στὸ φέρετρό του…..εἴκοσι αὐγά. 

Ὅλα ἦταν ἄδεια. Σάν τον τάφο του Χριστοῦ μας πού ἦταν ἄδειος, ἐπειδή.….


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!»…..



Τρίτη 18 Απριλίου 2023

Ο μύθος της Πασχαλιάς

  


Η πασχαλιά λέγεται πως ήταν το δένδρο που πρόσφερε τη δροσιά και τον ίσκιο του στην Παναγία και τον Ιωσήφ, όταν εκείνοι όδευαν προς την Αίγυπτο στην προσπάθεια τους να σώσουν τον Χριστό από την δολοφονική μανία του Ηρώδη. Τότε η Παναγία το ευλόγησε να είναι πάντα φορτωμένο με πανέμορφα, ευωδιαστά άνθη. Σύμφωνα με το μύθο όμως το όνομα του το πήρε λίγο καιρό αργότερα, όταν οι Ιουδαίοι σταύρωσαν τον Χριστό. Είχε φυτρώσει κοντά στο Γολγοθά και βλέποντας τον Κύριο να σταυρώνεται μαράθηκε, από τον καημό του. Όταν τρεις μέρες μετά ο Ιησούς αναστήθηκε, το δεντράκι ζωντάνεψε για να πάρει κι αυτό μέρος στη μεγάλη χαρά της Ανάστασης.