Με ρώτησες εάν υπάρχει κάποια δυνατή προσευχή να λες.
Κάποια προσευχή που διώχνει το κακό και κάνει θαύματα.
Υπάρχει μια ναι, η προσευχή που είναι βουτηγμένη στο αίμα της καρδιάς σου.
Στην σιωπή και τα δάκρυα σου.
Εκείνη που ωρίμασε στην υπομονή και την πιστότητα σου.
Μια προσευχή είναι δυνατή ή αδύνατη όχι από αυτά που λες αλλά πως τα λες.
Όχι από το τι θα πεις αλλά πως θα το πεις.
Πρέπει η καρδιά σου να καίγεται από δίψα και έρωτα Θεού.
Κι όταν διψάς τον Θεό όλα τα άλλα αργά ή γρήγορα θα έρθουν στην ζωή σου.
Υπήρχε ένα Γεροντάκι στο Άγιο Όρος που νόμιζε ότι η εορτή της Αναλήψεως του Χριστού ήταν Αγία και κάθε μέρα έλεγε Αγία Ανάληψη μου, σώσε με. Κι όμως με αυτή την λάθος προσευχή ζούσε μέσα στο θαύμα, τον πλούτο και την χαρά του Θεού.
Κάποτε κάποιος μοναχός προσπάθησε να διορθώσει τρεις μοναχούς που έλεγαν λάθος της ευχή του Ιησού «Κύριε Ιησού Χριστέ μη με ελεήσεις…» έλεγαν. Τους μάλωσε, τους είπε ότι κάνουν λάθος. Και όταν έφυγε περνώντας το ποταμό για την απέναντι όχθη όπου ζούσε, άκουσε φωνή «πάτερ, πάτερ, πως μας είπες ότι πρέπει να λέμε την ευχή;» Όταν γύρισε πίσω να δει ποιος φωνάζει, είδε τους τρεις αυτούς μοναχούς που έλεγαν λάθος τα λόγια της προσευχής να περπατάνε πάνω στα νερά, και τότε συγκλονισμένος τους φώναξε «γυρίστε πίσω και λέγεται ότι θέλετε».
Διότι ο Χριστός δεν βλέπει τι λες στην προσευχή σου αλλά πως το λες.
Για τον Θεό η σχέση μαζί του είναι καρδιακή και όχι νοσιαρχική.
Με το μυαλό κάνουμε φοβερά και υπέροχα πράγματα αλλά δεν γνωρίζουμε τον Θεό.
Με την καρδιά βλέπουμε και με το νου κοιτάμε.
Με την ψυχή προσευχόμαστε και με χείλη διαβάζουμε.
Μην ζητάς λοιπόν μια ωραία συνταγή, μια μαγική προσευχή που θα την διαβάσεις τόσες φορές ή μέρες και θα φέρει αποτέλεσμα.
Ζήτα το κέντρο σου, βρες κι άκου την καρδιά σου, δώσε στον Χριστό την αλήθεια και αυθεντικότητα σου.
Μείνε γυμνός από τα άρματα σου και θα σε ντύσει ο Θεός.
-π. Λίβυος-












