Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Μάνα μου


 Δύο ονόματα φωνάζουμε, όταν μας πλακώνουν τα βάσανα.

Παναγία μου!

Μάνα μου!

Αυτές οι δυο δυνάμεις, η θεϊκή και η υλική, συνθέτουν τη ζωή μας.

Μας προστατεύουν, ζητάμε τη βοήθεια τους.

Δυο μανάδες μαζί, η Παναγία στον ουρανό και η μάνα μας στη γη.

Και οι δυο προσεύχονται για μας.

Ιδιαίτερα σήμερα, τις δύσκολες μέρες που περνάμε.

Ας παρακαλέσουμε την Παναγία να είναι κοντά μας, βοηθός και παρηγοριά μας.


 ✝️ Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Κάνε με χρυσάφι κρυμμένο

 


Μητέρα Ουράνια, δέξου με στην δόξα σου! Γιατί η δόξα η κοσμική όπου νυχτώνεται, δεν ξημερώνει. Και η κορώνα που οι άνθρωποι δίνουν είναι πάντα αγκάθινο στεφάνι για τους φρόνιμους και τρελοσκουφι για τους άφρονες. Όσο ο χρυσός βρίσκεται μέσα στη γη, ο καθένας τον αγαπά και τον επιζητά. Όταν όμως ανυψωθή στο κεφάλι ενός ανθρώπου, σκοτάδι φθόνου και μίσους θαμπώνει τη λάμψη του.

Κανε με χρυσάφι κρυμμένο στο πιο απόκρυφο θησαυροφυλάκιό Σου, κανείς να μην με γνωρίζει εκτός από Εσένα. Γιατί, όσο με γνωρίζεις Εσύ, είμαι γνωστός, όσο όμως οι άνθρωποι μονάχα με γνωρίζουν, το όνομά μου είναι αμφιβολία.

Κρύψε με από τα κακά μάτια του κόσμου, γιατί χλωμιάζω σαν με κοιτούν. Φύλαξε με σαν μυστικό, που ο φθόνος δεν το υποψιάζεται. Γίνε από μένα πιο σοφή και να μην με αποκαλύπτεις σε κανέναν. Δες εγώ είχα Εσένα σαν το γλυκύτερο μυστικό και Σε αποκάλυψα στον κόσμο και ο κόσμος με ειρωνεύτηκε. Γιατι ο φθόνος ειρωνεύεται, όταν δεν μπορεί να αρπάξει.

Φίλοι μου, τί παίρνετε από την δόξα την ανθρώπινη παρά μεθύσι; Μεθύσι που με τραγούδι αρχινά, αλλα καταληγει με το πεσιμο στα λασπονερα.

Φίλοι μου, όλα τα στόματα, που σας ψάλλουν ευχαριστήρια άσματα, ξέρουν και ένα άλλο, αντίθετο τραγούδι, που θα το ακούσετε αργότερα…

Φεύγετε μακριά από τη δόξα που μοιάζει με πύργο χτισμένο στις πλάτες του κήτους, για να μη γελάνε μαζί σας από την ακρογιαλιά και οι εχθροί και οι φίλοι.

Η ομόψυχη δόξα των ανθρώπων είναι η αδοξότερη, γιατί είναι ισοψυχη.

Εάν η δόξα σας είναι μια επιβράβευση από τον λαό, τότε είστε σαν πληρωμένοι μεροκαματιάρηδες και η επόμενη μέρα μπορεί να σας πετάξει έξω από τα χωράφια της.

Πραγματικά, καμία καινούργια ημέρα δεν αναγνωρίζει τη συμφωνία σας με την προηγούμενη. Κάθε μια ανοίγει νέον αγρό και κλίνει νέα συμφωνία.

Εάν είναι η δόξα σας έργο των μπράτσων σας, οι ημέρες σας θα είναι θυμός και οι νύχτες σας φόβος…

Εάν είναι η δόξα σας το έργο της σοφίας σας, η δόξας σας θα κάνει στείρα τη σοφία σας και θα την ανικητοποιησει.

Αν τη δόξα σας την ονομάζετε δόξα δική σας, ο Ουρανός θα σας τιμωρήσει για ψέμα και αρπαγή.

Πάτε έναν περίπατο με τη δόξα σας στο νεκροταφείο και δείτε αν οι νεκροί θα σας δοξάσουν.

Πράγματι, εσείς ήδη διαρκώς τριγυρνάτε στο νεκροταφείο, και από κινούμενους τάφους λαμβάνετε δόξα. Ποιος θα σας δοξάσει, όταν οι κινούμενοι τάφοι μείνουν ασάλευτοι;

Θα πενθήσετε βαθιά στον άλλον κόσμο, όταν θα ακούσετε τι πιστευαν πραγματικα για σας εκείνοι που σε αυτόν τον κόσμο σας δόξαζαν!

Μητέρα Ουράνια, κρύψε με βαθιά, μακριά από τα μάτια και τις γλώσσες των ανθρώπων. Εκει, όπου μόνο το δικό Σου όμμα εισχωρεί και ο δικός Σου ο λόγος ακούγεται μονάχα.

Σας ικετεύω, Αιώνια Ομορφιά μου!


✝️ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς: Προσευχές στη Λίμνη, Εκδόσεις Ορμύλια

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Η δύναμη των "Χαιρετισμών"

 


Μοῦ λένε… Παππούλη μοῦ διαβάζουμε ἀλλὰ εἶναι ἀρχαῖα καὶ δὲν τὰ καταλαβαίνουμε… τοὺς λέω… δὲν πειράζει τὰ καταλαβαίνει ὁ διάβολος μὲ τοὺς δαίμονες τοῦ καὶ παίρνουν δρόμο καὶ τρέχουν… 

ἀκούσατε Μαρία Τὴν εἶπε τὴν Παναγία μας… δὲν τολμᾶ κἂν νὰ Τὴν ἀποκαλέσει μὲ τὸ Ὄνομα Της, Παναγία ἢ Θεοτόκο… καίγεται ὅταν Τὴν ἀκούει νὰ Τὴν ἐπικαλούμεθα καὶ νὰ Τὴν χαιρετίζουμε μὲ τοὺς Χαιρετισμούς Της…

Γιὰ αὐτό σας λέω ὅτι εἶναι ἐπιθυμία καὶ ἐντολὴ τῆς Δέσποινας μᾶς νὰ διαβάζουμε κάθε μέρα τοὺς Χαιρετισμούς.


Παπα-Φώτης ο Λαυριώτης, ο δια Χριστόν σαλός της Λέσβου

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Τίμα τους γονείς σου

 


«Όταν εισήλθε η Παναγία στον παράδεισο μετά την κοίμηση της, από μπροστά της παρεύλασαν όλοι οι Άγιοι και τους ευλόγησε. Όταν όμως πέρασαν από μπροστά της, οι γονείς της, ο Ιωακείμ και η Άννα, τότε σηκώθηκε από τον θρόνο της και τους ασπάστηκε! Βλέπετε, ότι η εντολή του Θεού, τίμα τον πατέρα και την μητέρα σου, έχει ισχύ και στον παράδεισο».


~ Γέροντας Εφραίμ Σκήτης Αγίου Ανδρέα ♰

Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Η Πάντων Βοήθεια

 


Σας ζητώ αγαπημένα μου τέκνα, έλεγε, με ζήλο να προσεύχεσθε στην Υπεραγία Θεοτόκο, πάντοτε να παίρνετε την ευλογία Της για κάθε έργο σας. Και μην λησμονείτε να την ευχαριστείτε μετά το τέλος του έργου σας για τη βοήθεια που σας έστειλε. Σας ζητώ ιδιαιτέρως να κάμετε τον Θεομητορικό Κανόνα -150 φορές το «Θεοτόκε Παρθένε»- και να διαβάζετε το «ακοίμητο Ψαλτήρι».

Προσευχηθείτε στη Μητέρα του Θεού, όταν η καταιγίδα της εχθρότητας και της κακίας ξεσηκώνεται στο σπίτι σας. Αυτή η Πανάγαθη και Κραταιά, πάρα πολύ εύκολα, μπορεί να ειρηνεύσει τις ανθρώπινες καρδιές. Η ειρήνη και η αγάπη προέρχονται σαν από Πηγή, από τον Ένα Θεό. Αλλά η Δέσποινά μας, ενωμένη με το Θεό και ως Μητέρα του Χριστού προσεύχεται θερμά υπέρ ειρήνης του σύμπαντος κόσμου, πολύ περισσότερο υπέρ πάντων των χριστιανών.

Ξεκινώντας την προσευχή στην Κυρία Θεοτόκο, πριν από την προσευχή να είσαι πεπεισμένος ότι δεν θα φύγεις απ’ Αυτή , χωρίς να λάβεις έλεος».


✝️ Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής

Ιερά Πανήγυρις στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Σκαραμαγκά!

 








Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Γυναίκα μου, έστειλες την Παναγία στο σπίτι μας


Ήλθε κρατώντας μια λαμπάδα σαν τον κορμό μικρού δένδρου! Ήταν πλημμυρισμένος χαρά κι ευγνωμοσύνη. Μαζί του είχε έλθει και η ευσεβής γυναίκα του.

Πριν μερικές εβδομάδες, πιστοί από το Αγρίνιο με τον π. Θεόκλητο είχαν έρθει στην Βαρνάκοβα, για να προσκυνήσουν και να κάνουν και Θεία Λειτουργία. Μαζί τους είχε έλθει και η σύζυγος του κυρίου Σωτήρη, κατά προτροπή του ιδίου.

– Ήμουν άρρωστος από πολύ καιρό και οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν τί έχω. Έφθασα στο σημείο να μην έχω κουράγιο να οδηγήσω το αυτοκίνητο, να πάω να ψωνίσω για τα παιδιά μου, διηγήθηκε πολύ συγκινημένος την ημέρα που ήλθε και πρόσθεσε:

Εγώ έστειλα την γυναίκα μου στην Παναγιά, για να προσευχηθεί και να βοηθηθώ, γιατί κόντευα ν’ απελπιστώ. Καθώς λοιπόν ήμουν ξαπλωμένος με πόνους και στα κακά μου χάλια, κατά τις εννέα το πρωί, ένοιωσα ξαφνικά μια αλαφράδα και μαζί χαρά! Αμέσως κατάλαβα!

Η Παναγία έστειλε τη Χάρι Της. Έκανα τον Σταυρό μου και δοκίμασα να σηκωθώ. Το κατάφερα χωρίς πόνους.

Ένοιωθα δύναμη και ευεξία. Ντύθηκα, πλύθηκα, χτενίστηκα και περίμενα τη γυναίκα μου γεμάτος συγκίνησι και χαρά. Ήρθε κατά το μεσημέρι. Όταν με είδε σηκωμένο και υγιή, άρχισε να κλαίει από ευγνωμοσύνη προς τον Θεό.

Την άλλη μέρα πήγα στην αγορά του Αγρινίου και αγόρασα την πιο μεγάλη λαμπάδα. Με κοιτούσαν καλά καλά. Εμένα όμως δεν με ένοιαζε τίποτε. Ήθελα να ανέβω, αν ήταν δυνατό, κάπου ψηλά και να φωνάξω τις ευχαριστίες μου στον Θεό και στην Παναγιά. Να τ’ ακούσουν όλοι οι άνθρωποι για να πιστέψουν!


Από το βιβλίο: «ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (και η Παράκλησή Της)»

ΙΕΡΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ-ΚΟΙΝΟΒ. ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ, 2005

Σε ευχαριστώ Παναγιά μου

 


«Βλέποντας την Εικόνα της Παναγίας, αφιέρωσε την καρδιά σου σ’ Αυτήν που Βασιλεύει εις τον Παράδεισο!

Ευχαρίστησέ Την, διότι εστάθη πάντα Έτοιμη

εις το Θέλημα του Θεού και γιατί δεν λείπει

στον αόρατό μας πόλεμο,

η Προστασία και η Βοήθειά Της!

Δεν υπάρχει κανείς, που να επικαλέσθηκε

την Παναγία με πίστι και να μην τον άκουσε με Ευσπλαγχνία!»!!!


✝️ Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Η λύση στο αδιέξοδο

 


«Όταν λέμε τήν Παράκληση έχουμε χαρά καί φώτιση από τήν Παναγία μας. Πολύ μάς βοηθάει η Παναγία μας. Μάς βγάζει από πολλά αδιέξοδα».


+ Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Η Μάνα Της Σιωπής


Πόσες φορές δεν στάθηκα μπροστά στην εικόνα Της, στο καντήλι της και δεν είχα τίποτε απολύτως να της πω. Κενό, τίποτα, όλος, μάτια, όλος δάκρυα..

Λέξη δεν έβγαινε από τα ξεραμένα χείλη μου. Λέξη από τα ταραγμένο μου μυαλό.

Είναι τότε που ο πόνος σε κλειδώνει, που σε παγώνει στον πιο βαρύ χειμώνα της καρδιάς σου.

Σιωπή, βλέμμα κενό, καρδιά παραλυμένη.

Όταν πονάς δεν μιλάς, σιωπάς και είναι τόσο δυνατές οι κραυγές σου που δεν ακούγονται.

Έχω δει χείλη να πάλλονται δίχως να μιλάνε. Φωνές να βραχνιάζουν δίχως να λένε λέξη. Όλος ο άνθρωπος γίνεται μάτια, όλο το σώμα μια κραυγή, μια φωνή δίχως ήχο.

Σιωπή, σώμα σε στάση προσευχής, σε κατάσταση αναμονής…

Πόσες φορές προσευχήθηκα σε αυτή την απόλυτη σιωπή. Σε αυτά τα κρύα πατώματα της μοναξιάς σε νύχτες που έμοιαζαν αξημέρωτες.

Μόνη παρέα το εικόνισμα της Παναγίας, μια αγκαλιά, ένα χάδι Μάνας, μια ζεστή αγκαλιά και ένας ήχος στο αυτί «σσσσσσς, όλα θα πάνε καλά…….».

Αυτή είναι η Παναγία, που ακούει τις προσευχές των σιωπηλών, που ενώ δεν μιλάς ξέρει τι λες, που δίχως να εξηγείς ξέρει τι νιώθεις και σε καταλαβαίνει.

Σε αυτή την μάνα της σιωπής προσευχήθηκα και σήμερα, προσευχηθήκαμε όλοι, ακόμη και αυτοί που δεν πήγαν εκκλησία.

Άκουσε τις σιωπές μας, ένιωσε τα πένθη και τις απώλειες μας. Τις θλίψεις και τα άγχη μας, τους φόβους και πανικούς μας, τις ματαιώσεις και απογοητεύσεις μας.

Και να είστε για ένα σίγουροι, όσο οι άνθρωποι θα σας σταυρώνουν ο Θεός θα σας ανασταίνει.

Όσο οι άνθρωποι θα σας πληγώνουν ο Χριστός θα σας συντροφεύει, όσο οι άνθρωποι θα ματαιώνουν τα όνειρα σας, η Παναγία θα γίνεται η πλατυτέρα της καρδιάς σας, που μέσα στο πλάτεμα της αγκαλιά Της θα χωράμε όλοι, προδότες και προδομένοι…


+ Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής

«Φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπη σου».

 


Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἤθελε νά μέ συναντήσει γιά νά ἐξομολογηθεῖ. Ἤθελε νά ἔρθει εἰδικά σέ μένα, καί θά σᾶς πῶ τόν λόγο.

 Ἦρθε λοιπόν καί μοῦ διηγήθηκε ἕνα θαυμαστό γεγονός. 

Αὐτός ἦταν ἕνας πολύ ζωηρός ἄνθρωπος, νέος στήν ἡλικία 37-38 χρόνων, ὄχι ἄθεος ἀλλά ἀδιάφορος.

 Ἦταν καί λίγο εἴρωνας καί εἰρωνευόταν τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας.

Εἶχε μία γειτόνισσα, ἡ ὁποία δέν ξέρω πῶς, ἄκουγε κάποιες ὁμιλίες μου καί τοῦ ἔλεγε συνέχεια «ὁ π. Ἀθανάσιος εἶπε ἔτσι κι ἔτσι» καί τήν κοροΐδευε, Ἀθανασία τήν ἔλεγε.

 «Ἐσεῖς οἱ Ἀθανασίες ὅλο ἀπ’ αὐτά λέτε», τῆς ἔλεγε. 

Ἀναφερόμενος σέ μένα βέβαια.

Μία φορά τοῦ πῆρε ἕνα ἀπ’ αὐτά τά μπρελόκ, πού βάζουμε τά κλειδιά πάνω. 

Γέλασε μόλις τό ἔπιασε, γιατί εἶχε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας πάνω. Τῆς λέει: «Ὁ Ἀθανάσιος σοῦ τό ἔδωσε αὐτό;» 

Τοῦ λέει: «πάρ’ το καί βάλε τά κλειδιά σου». Πράγματι, ἐκείνη τή μέρα εἶχε σπάσει τό δικό του καί τό πῆρε καί ἔβαλε τά κλειδιά του πάνω.

 Ἦταν ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας μπροστά καί πίσω ἔγραφε «φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπη σου».

Δέν ἔδωσε καμμιά σημασία, τό ἔβαλε στήν τσέπη τοῦ παντελονιοῦ του, ἀλλά τοῦ κόλλησε μέσ᾽ στόν νοῦ αὐτή ἡ φράση «φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπη σου».

Τό ἀπόγευμα πῆγε ψάρεμα μαζί μέ ἕνα φίλο του καί τό παιδί του. Ἀνοίχθηκαν στή θάλασσα κι ἐκεῖ ἄρχισε ἡ περιπέτεια.

 Ἦταν Μάρτιος μήνας, καλός καιρός, ἀλλά δυστυχῶς ἐνῶ βρίσκονταν ἀνοικτά στή θάλασσα, κατάλαβαν ὅτι ἡ βάρκα εἶχε μία ρωγμή καί ἔβαζε νερά. 

Κι ἀποφάσισαν νά γυρίσουν πίσω. 

Πῆγαν νά τραβήξουν τό σχοινί νά ξεκινήσει ἡ μηχανή, ἀλλά δέν δούλευε. 

Λέει, τότε, νά πάρουμε τηλέφωνο νά ᾽ρθοῦν νά μᾶς βοηθήσουν.

 Πάει νά πάρει τό τηλέφωνό του, τοῦ γλιστράει καί πέφτει στή θάλασσα.

 Καταλαβαίνετε τόν πανικό πού ἔπαθε ὁ ἄνθρωπος.

 Ἔπεσε τό τηλέφωνό του στή θάλασσα, ἄρχισε νά σκοτεινιάζει, ἡ βάρκα γέμισε νερά κι ἄρχισε νά βουλιάζει.

 Μήν τά πολυλογοῦμε, μία φρικιαστική κατάσταση. 

Ἄρχισαν νά παλεύουν μέσα στή θάλασσα, στά κύματα, καί νά εἶναι μόνοι τους μέσ᾽ στό σκοτάδι τῆς θάλασσας, στά παγωμένα νερά. 

Δυστυχῶς, πνίγηκε ὁ σύντροφός του, καί στή συνέχεια καί τό παιδάκι του. 

Αὐτός πάλευε μόνος του κρατώντας τό παιδί του στά χέρια του, τουλάχιστον νά τό βγάλει ἔξω.

Δέν μποροῦσε νά κάνει ὅμως τίποτα.

 Συνεχῶς ἐρχόταν μέσα στόν νοῦ του, στήν καρδιά του, αὐτή ἡ προσευχή: «φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπη σου». 

Λεγόταν συνέχεια μέσα του καί εἶδε τότε ἕνα φῶς στή θάλασσα, πού τόν ἔπιασε ἀπό τό χέρι καί τόν τραβοῦσε μέχρι πού τόν ἔβγαλε σιγά σιγά πρός τά ἔξω.

Πέρασαν σχεδόν ἔτσι ὅλη τή νύχτα.

 Τό πρωί, γύρω στίς πέντε, μία βάρκα τούς ἐντόπισε. 

Πῆρε αὐτόν, μάζεψε καί τό λείψανο τοῦ κεκοιμημένου συντρόφου καί τοῦ παιδιοῦ του καί τούς ἔβγαλαν ἔξω.

 Ἦρθε μετά προσκύνησε τήν Παναγία στόν Μαχαιρᾶ καί μοῦ εἶπε μέ δάκρυα τό γεγονός αὐτό τῆς προστασίας τῆς Παναγίας μας, πού ἦταν μαζί του ὅλη τή νύχτα, καί τήν ἐπικαλεῖτο καί ἔλεγε, «φύλαξόν με ὑπό τήν σκέπη σου».

 Αὐτά πού ἐμεῖς τά θεωροῦμε πολύ μηδαμινά πράγματα, εἶναι ὅμως σημαντικά γιά τόν Θεό πού θέλει νά σώσει τόν ἄνθρωπο.


Μητρ. Λεμεσού Αθανάσιος..

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Όσοι Την τίμησαν και την τιμούν, θα τους ανταποδώσει την τιμή


Δεν έχει σταματήσει η Μεγαλόχαρη να δακρύζει, βλέποντας ότι δεν λέμε να μετανοήσουμε και να ζητήσουμε το Έλεος Του Υιού Της.

Ό,τι λέει και ζητάει η Παναγία από το Χριστό, γίνεται! Ποτέ δεν αστόχησε η Παναγία, να ζήτησε δηλ. κάτι και να μην έγινε…αρκεί εμείς να την αναπαύουμε, σε αυτό που θέλει να δει μέσα μας, στο νου και στη καρδιά μας.

Η Παναγία είναι το τελευταίο δημιούργημα, που θα αποφασίσει κάτι για εμάς.

Καθώς αποφασίζει ο Χριστός κάτι για εμάς, θα πρέπει και η Παναγία να το επικυρώσει.

Και εάν οι θέσεις είναι αντίθετες, τότε η Παναγία κάμπτει τα γόνατα, εκλιπαρεί και δακρύζει, μπροστά στο Χριστό, έστω και για τη σωτηρία μιας Ορθοδόξου ψυχής.

Το λέω για να δείτε την παρρησία, το κύρος, την δύναμη και την αγάπη που έχει η Παναγία, τόσο στο Χριστό, όσο και στον καθένα από εμάς τους Ορθοδόξους. Όσοι λοιπόν την τίμησαν και την τιμούν, θα τους ανταποδώσει την τιμή.


+Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγ. Ανδρέα

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Σύ εἶ, πάναγνε νύμφη, ἡ αὐγή τῆς μυστικῆς ἡμέρας

 Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως


«Σύ εἶ Ἀνύμφευτε νύμφη, τό χωρίον τό εὑρύχωρον τοῦ ἀχωρήτου.

Σύ εἶ ἡ μεγαλότοκος, ἡ τόν Θεόν ἀφράστως γεννήσασα. Σύ εἶ ἡ ἀπειρολεχής νύμφη, ὁ ναός τοῦ Θεοῦ ὁ ἔμψυχος.

Σύ εἶ, Πάνσεμνε Κόρη, οὐρανοῦ καί γῆς ἰσόρροπον οἴκημα.

Σύ εἶ, ἀμίαντος Κόρη, ὁ φαεινός ὄρθρος ὁ τόν ἥλιον φέρων τῆς δικαιοσύνης.

Σύ εἶ, εὐλογημένη Παρθένε, τοῦ φωτός τό οἰκητήριον, ἐξ οὗ το φῶς τῷ κόσμῳ ἐξανέτειλεν.

Σύ εἶ, πάναγνε νύμφη, ἡ αὐγή τῆς μυστικῆς ἡμέρας.

Σύ εἶ, Πανάχραντε Δέσποινα, ἡ τῶν τροφέα τῶν ὅλων ὡς μήτηρ θηλάσασα.

Σύ εἶ, τό σεπτόν κειμήλιον τῆς Οἰκουμένης ἁπάσης.

Σέ τήν Ἀειπάρθενον Θεοτόκον ἡ τοῦ Θεοῦ ἀγαθότης προώρισε γενέσθαι μητέρα τῆς σωτηρίας.

Σέ ὁ Ἠσαΐας προκατήγγειλε παρθένον καί μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ.

Σέ ὁ Ἰεζεκιήλ προαναφωνεῖ τήν πύλην τήν κεκλεισμένην δι᾿ ἧς εἰσελεύσεται ὁ Θεός».


*Μελέτη, Περί τῆς Μητρός τοῦ Κυρίου, Ὑπεραγίας Θεοτόκου (Προσφώνησις), Ἀθῆναι 1901, ἐκδ. Παναγόπουλος, Β΄ ἔκδοση, 1997.*

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

"Την έχεις, παιδί μου!"

 


Να βάλετε μια εικόνα της Παναγίας σε ένα πέρασμα μέσα στο σπίτι, εκεί που περνάτε συχνά. Και κάθε φορά που περνάτε από μπροστά Της, να Της λέτε με απλότητα: "Την ευχή σου, Παναγία μου". Και να ακούτε μέσα στην καρδιά σας την απάντησή Της: "Την έχεις, παιδί μου!".....


✝️ Αγίου Αμφιλοχίου της Πάτμου.

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Ένα βήμα πριν τον μήνα της Παναγίας . τον Αύγουστο!

 


Υπάρχουν στιγμές που η ζωή μοιάζει με ανηφόρα. Τρέχεις, ιδρώνεις, κουράζεσαι, και το μόνο που βλέπεις μπροστά σου είναι η σκόνη του δρόμου. Ώσπου κάτι μέσα σου σιγοψιθυρίζει: «Σταμάτα. Κάνε ένα βήμα πίσω. Κοίτα γύρω σου».

Αυτό το «πίσω» είναι το πιο σπουδαίο. Γιατί πριν τον Αύγουστο, πριν τον μήνα της Παναγίας , υπάρχει ένα κατώφλι. Μια αόρατη γραμμή που χωρίζει την κούραση από την ανάπαυση, την ταραχή από τη γαλήνη.

Όλοι περιμένουμε τον Αύγουστο σαν μια όαση στη μέση της καλοκαιρινής κάψας. Μα λίγοι σκεφτόμαστε το βήμα που κάνουμε πριν μπούμε σ' αυτόν. Εκείνο το βήμα που είναι σαν το σταύρωμα πριν την είσοδο σε μια εκκλησία. Μια μικρή κίνηση, μα τόσο βαθιά.

Στην πνευματική ζωή, το «ένα βήμα πίσω» είναι η στιγμή της προετοιμασίας. Δεν μπαίνεις ξαφνικά σε μια γιορτή. Δεν ανοίγεις την καρδιά σου απότομα. Πρώτα κάνεις ένα βήμα. Σταματάς να μιλάς. Ακούς τη σιωπή σου. Αφήνεις τις σκέψεις να ηρεμήσουν.

Σκέψου το σαν εκείνον που πηγαίνει σε προσκύνημα. Δεν φτάνει στο μοναστήρι και μπαίνει τρέχοντας. Προσεύχεται από μακριά. Κάνει τον σταυρό του. Παίρνει μια βαθιά ανάσα. Ύστερα μπαίνει.

Ο Αύγουστος, ο μήνας της Παναγίας, είναι έτσι. Μια μεγάλη αγκαλιά. Μα για να την νιώσεις, πρέπει πρώτα να απλώσεις τα χέρια σου. Να κάνεις εκείνο το βήμα της εμπιστοσύνης. Να πεις: «Έρχομαι. Με ό,τι κουβαλάω. Με τις χαρές και τις πίκρες μου. Μα έρχομαι ήρεμα».

Αυτό το βήμα μοιάζει με τη δροσιά που πέφτει το ξημέρωμα του Δεκαπενταύγουστου. Δεν έρχεται με θόρυβο. Μπαίνει αθόρυβα, σαν χάδι, και αλλάζει τα πάντα. Όπως ο ήλιος που ανατέλλει, έτσι και η ψυχή σου, με ένα βήμα πριν, βρίσκει τον φως της.

Πριν προλάβεις να μπεις στη γιορτή, η γιορτή σε περιμένει. Μα θέλει κι εσένα να την υποδεχτείς. Με μια σκέψη, μια σιωπή, μια προσευχή που τη λες μέσα σου καθώς περπατάς.

Ο μήνας της Παναγίας δεν είναι μόνο ημέρες. Είναι μια κατάσταση. Μια διάθεση της καρδιάς. Κι αυτή χτίζεται με το βήμα που προηγείται. Εκείνο το βήμα που λέει: «Δεν φτάνω τυχαία. Έρχομαι επίτηδες. Για να βρώ ειρήνη».

Κι όταν μπείς, τότε όλα αλλάζουν. Η κάψα γίνεται δροσιά. Το βάρος γίνεται ελαφρύ. Και συνειδητοποιείς πως το πιο σημαντικό ταξίδι δεν είναι αυτό που κάνεις με τα πόδια. Μα εκείνο που κάνεις με την ψυχή, ένα βήμα πριν, προς την αγκαλιά της Παναγιάς.


Πατήρ ⲀθⲀνⲀϲιος

Ἱερὰ Μονὴ ΠⲀνⲀγίⲀς ΜⲀλεβῆς 30-7-2026



Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Πώς να σε ονομάσω;


Λόγια τρυφερά για Το Θείο Βρέφος, από Το Αγιασμένο στόμα της Παναγίας και Μητέρας όλων μας...

-Πώς να Σε ονομάσω, θαυμαστό μου Βρέφος;

 -Τι θνητό όνομα να δώσω στον καρπό  

Του Αγίου Πνεύματος;

-Να Σου δώσω θυμίαμα ή γάλα;

-Έχεις ανάγκη από τις μητρικές μου φροντίδες ,  

ή να πέσω στα πόδια Σου να Σε λατρέψω;

-Ο Ουρανός είναι ο θρόνος Σου και εγώ Σε τοποθέτησα στα γόνατά μου .

-Σε βλέπω στη γη κι όμως δεν άφησες τον ουρανό, γιατί εκεί Βρίσκεσαι!》


✝️Μέγας Βασίλειος

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου


 Μπορούμε άραγε να συγκριθούμε με Εκείνη; Όχι, όχι, φυσικά δεν μπορούμε.

Μπορούμε μόνο να επιδιώκουμε αυτό: μπορούμε να προσπαθούμε να γίνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο αντάξιοί Της. Μπορούμε να μιμηθούμε τη θεϊκή καθαρότητα της καρδιάς Της, την αγάπη Της, την ταπείνωσή Της – πρώτα από όλα την ταπείνωσή Της, γιατί γνωρίζετε ότι η ταπείνωση είναι εκείνο που πρώτα από όλα απαιτεί ο Κύριος. Χωρίς την ταπείνωση δεν υπάρχει χριστιανισμός.

Με ποιο τρόπο έδωσε η Παναγία Παρθένος, ζώντας στο ναό του Κυρίου, το παράδειγμα της ταπείνωσης;

Το έδινε με όλα, με όλα, με κάθε βήμα, με κάθε λόγο, με κάθε έργο, όμως περισσότερο από όλα και καλύτερα από όλα το έδωσε με την παράδοσή Της στο θέλημα του Θεού.

Και αφού άκουσε με προσοχή, χαμήλωσε τα μάτια Της και ταπεινά είπε: 

«Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου˙ γένοιτο μοι κατά τό ῥῆμά σου» (Λουκ. 1, 38).


Απόσπασμα λόγου του Αγίου Λουκά του Ιατρού, Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

Η Πεποικιλμένη


Εἶχα τάξιμον νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», εἰς τὰ Ἐννιάμερα, τὴν 23 Αὐγούστου. Ἀπὸ δέκα χρόνων δὲν εἶχα ἐπισκεφθῆ τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν. Δέκα χρόνια εἶχα ν᾿ ἀσπασθῶ τὴν σεβασμίαν παλαιὰν Εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως, ὁποὺ εἶναι ζωγραφισμένοι, ἐπάνω εἰς δύο ὑπερῷα, ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ὁ ἱερὸς Κοσμᾶς (αὐτὸς ὁ θεσπέσιος ποιητὴς τῆς Πεποικιλμένης) 〈καὶ〉ὁ θεῖος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω πρὸς τὴν σύνθεσιν τῆς Εἰκόνος, ἐφ᾿ ὧν εἶναι γεγραμμένα δύο τροπάρια, τὸ «Γυναῖκά σε θνητήν, ἀλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ Μητέρα Θεοῦ», καὶ τὸ «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο…» Καὶ δὲν εἶχα ἀγναντέψει οὔτε μακρόθεν τὸν περικαλλῆ θόλον τοῦ σεμνοῦ ναΐσκου, ὅπου ἀστράπτει εἰς τὸν ἥλιον ὅλος πεποικιλμένος ἀπὸ τὰ ὡραῖα παλαιὰ πινάκια, τὰ ἐγκολλημένα εἰς τὸ κτίριον ὡς ὄστρακα μαργαριτοφόρα.

Καὶ παρημέλησα τὸ τάξιμόν μου, καὶ δὲν ἀπεφάσιζα νὰ ὑπάγω. Ἐνύκτωσε, κ᾿ ἐκαθόμουν ἔξωθεν τοῦ μαγαζείου τοῦ ἀγαπητοῦ νεαροῦ φίλου μου, τοῦ Κωστῆ τοῦ Τσαμασφύρου, πολλὰ ρεμβάζων, καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος. Ὁ Κωστάκης μοῦ ἔφερε ποτήριον ρακίου, νὰ μὲ κεράσῃ, καὶ μοῦ εἶπε:

~ Δὲν πῆγες, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, στὴν Παναγιὰ τὴν Κεχριά; Ἐγὼ θὰ πάω.

~ Τώρα ποὺ νύκτωσε; Τί λές!

~ Ἔχει φεγγαράκι.

Ἔπια, κ᾿ ἐπανῆλθε στὸ μαγαζί του κρατῶν τὸν δίσκον. Μόλις αὐτὸς εἰσῆλθε, καὶ πάραυτα εἰσώρμησα μέχρι τοῦ κυλικείου, ὅπου ἀπέθετε τὸν δίσκον μὲ τὰ ποτά.

~ Θὰ πᾷς σίγουρα, Κωσταντή;… Πῶς σοῦ ἦρθε;… Ἔχεις συντροφιά;

~ Ἔχω, ἂν δὲν μὲ γελάσῃ.

~ Ποιόν;

~ Τὸν Ἀργύρη τὸν Τσαλαβούτη.

Ἔτρεξα ἔξω. Ἐπῆγα εἰς ἓν ὑποδηματοποιεῖον, δύο ἢ τρεῖς πόρτες παρέκει, διὰ νὰ εὕρω τὸν μικρὸν ἀνεψιόν μου τὸν Διαμάντην, ἐργαζόμενον ὡς κάλφαν εἰς τὴν τέχνην αὐτήν. Δυστυχῶς τὸ ὑποδηματοποιεῖον εἶχε κλείσει. Ἐπλησίαζεν ὀγδόη ὥρα· δύο ὧρες νύκτα.

Ἐπέστρεψα πρὸς τοῦ Τσαμασφύρου.

~ Κωσταντή, δὲν ηὗρα τὸν ἀνιψιό μου. Ὁ μάστορής του ἔκλεισε ἀπὸ νωρίς. Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ νὰ πῇ χαμπάρι στὸ σπίτι. Δὲν συμφέρει νὰ πάω ὁ ἴδιος ἐκεῖ. Θὰ φωνάζουν οἱ ἀδερφές μου. «Ποῦ θὰ πᾷς τέτοιαν ὥρα;» καὶ τὰ λοιπά. Μιζέριες γυναικῶν… Ἀκοῦς νὰ σοῦ πῶ;

~ Λέγε.

~ Ἀναλαμβάνεις νὰ στείλῃς εἴδησιν στὸ σπίτι μου, διὰ νὰ μὴ μὲ γυρεύουν καὶ ἀνησυχοῦν ὅλη-νύχτα; Στεῖλε ἕναν, ὅποιον βρῇς, ἢ ἕνα παιδί… ἢ ἕνα πουλί.

~ Καλά.

~ Μὴν ξεχάσῃς.

~ Ὄχι.

~ Ἐγὼ θὰ πάω πεζός, καὶ μοναχός μου. Ἐσὺ ἔλα μὲ τ᾿ ἄλογό σου, καὶ μὲ τὴν παρέα σου. Θὰ πάρῃς καὶ κουμπάνια*;

~ Θὰ πάρω.

~ Σὲ περιμένω στὸν Ἁι-Λιᾶ. Ἐκεῖ θὰ σμίξουμε.

~ Καλά.

Ὁ Κωστής, ὁ νεαρὸς φίλος μου, μοῦ εἶχε κάμει ἀληθῆ ὑποβολήν, ἂν ὄχι ὑπόμνησιν τοῦ ταξίματός μου. Δὲν ἐκρατούμην, κ᾿ ἐκίνησα πάραυτα. Τὸ φεγγάρι ἦτο ἐννέα ἢ δέκα ἡμερῶν. Ἐλογάριαζα μιᾶς ὥρας ἀνήφορον ἕως τὸν Ἅγιον Ἠλίαν, μιᾶς ὥρας συνάντησιν καὶ διατριβὴν μετὰ προχείρου δείπνου εἰς τὴν τοποθεσίαν αὐτήν, καὶ τριῶν τετάρτων περίπου κατήφορον ἕως τὴν Παναγίαν. Ἡ σελήνη θὰ μᾶς ἔφεγγεν ἀκριβῶς ἕως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα.


Ἐπῆρα τὸν ἀνήφορον, βαδίζων τὸν φράχτην-φράχτην ἐν μέσῳ ἀμπέλων καὶ ἐλαιώνων, ἀνέβην εἰς τὸ Κοτρωνάκι, εἰς τοὺς «Σακαλάρους», ἔφθασα εἰς τοῦ Βαραντᾶ τὸ ρέμα, ὅπου «ἐκρότιζεν»* ὁ τόπος, ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν ἐκροτιζόμην· δὲν εἶχα εἰς τὸν νοῦν μου στοιχειὰ καὶ φαντάσματα, ἀλλὰ προαπήλαυα τὸ «Πεποικιλμένη». Διέσχισα πέρα-πέρα τὸ ρέμα, ἐμβῆκα εἰς τὸν Μεγάλον Ἀνήφορον, στὸ Μεροβίλι, καὶ τέλος, μὲ πολὺ ἆσθμα καὶ ἱδρῶτα, ἔφθασα εἰς τὸν Ἁι-Λιᾶ. Ἀντικρὺ εἰς τὸ πελώριον κτίριον, τὸ Κελλὶ τοῦ παπα-Ἱερεμία, δύο ἢ τρία σκυλιὰ μ᾿ ἐγαύγισαν, ἀλλ᾿ ὅταν ἐπάτησα ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου, ὅπου εἶναι ὁ ναΐσκος τοῦ Προφήτου, παραδόξως ἐσιώπησαν, κ᾿ ἐκρύβησαν εἰς δύο ἢ τρεῖς καλύβας, ὁποὺ ἐφαίνοντο ἀνάμεσα εἰς τοὺς κήπους.

Ψυχὴν δὲν εἶχα συναντήσει. Γλυκὸς ζέφυρος ἐφύσα εἰς τοὺς πελωρίους πλατάνους, τριγύρω εἰς τὴν μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, ὁποὺ ἐκελάρυζε τὰ νερά της στ᾿ αὐλάκια, τὸ ρέμα-ρέμα, τὸν κατήφορον. Ἔκαμα τὸν σταυρόν μου, ἔξωθεν τοῦ παραθύρου, εἰς τὸ γλυκὺ φῶς τῶν κανδηλίων, ὁποὺ ἔφεγγον ἐμπρὸς εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν, καὶ τὸν Πρόδρομον, καὶ τὸν Προφήτην Ἠλίαν μὲ τὴν μάχαιραν καὶ μὲ τὴν μηλωτήν. Ἔψαλα «Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος». Ἐκάθισα ἐπὶ τῆς πεζούλας. Ἀγνάντευα, εἰς τὸ μελαγχολικὸν φῶς τῆς σελήνης, τὸ χωρίον μας, κάτασπρον, κτισμένον ἐπὶ δύο λόφων καὶ μεσαζούσης κοιλάδος, παραθαλάσσιον, καὶ τὸν λιμένα τὸν τρίκολπον μὲ τὰ τρυφερὰ νησάκια, ὁποὺ φαίνονται ὡς νὰ «ἐγκαινίζωνται» εἰς τὰ φωσφορίζοντα νερά.

Μετὰ τέταρτον ὥρας ἤκουσα κρότον καὶ βάδισμα ἀλόγου. Ἐσηκώθην. Ἤρχετο ὁ Κωσταντής.

~ Ἐδῶ εἶσαι, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε;

~ Ἐδῶ. Μοναχός σου ἦρθες; Ποῦ εἶναι ἡ παρέα σου;

~ Μ᾿ ἐγέλασε… Μὴν τὰ ρωτᾷς, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε. Ὅσα τροπάρια ἤξερα… καὶ ξέρω πολλὰ ὀλίγα… ὅλα τὰ εἶπα στὸν δρόμο.

~ Γιατί; Φοβήθηκες;

~ Κρότιζε ὁ τόπος. Ἐσένα δὲ σ᾿ ἔμελε;

~ Ὄχι τόσο. Ἀπ᾿ τοῦ Βαραντᾶ ἦρθες;

~ Ἀπ᾿ τὸ Πετράλωνο. Ἐσύ, ἀπ᾿ τοῦ Βαραντᾶ;

~ Ναί.

~ Δὲν ἐφοβήθηκες ἐκεῖ, στὸ ρέμα;

~ Δὲν ἔβαλα στὸ νοῦ μου… τίποτε.

Ἐπέζευσεν. Ἐξεφόρτωσε τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ τρόφιμα, καὶ τὴν φλάσκαν μὲ τὸ κρασί. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὸ ζεμπίλι ἓν κηρίον σπαρματσέτο, ἔτριψε πυρεῖον καὶ τὸ ἤναψεν. Ἕως νὰ καθίσωμεν πρὸς τὸ κατώφλιον τῆς μικρᾶς ἐκκλησίας, καὶ νὰ στρώσωμεν τὸ τραπέζι, ᾐσθάνθημεν ὅτι ὁ Μπαλής, τὸ ἄλογον, ὁποὺ τὸ εἶχεν ἀφήσει λυτὸν ὁ Κωσταντής, μᾶς ἔφυγε. Πρὶν κάμωμεν τὸν σταυρόν μας, ἐσηκώθηκεν ὁ Κωστής.

Ἀλλὰ τὸ ὑποζύγιον θὰ ἐπῆγεν ἐκεῖ, πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὸ σύσκιον μέρος, ἀνάμεσα εἰς λόχμας καὶ φράκτας καὶ δὲν τὸ ἐβλέπαμεν. Ἀνάγκη νὰ τρέξῃ ὁ Κωστής, διὰ νὰ τὸ ἀνακαλύψῃ κάπου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο μεγαλυτέρα εὐκολία εἷς νὰ κρατῇ τὸ κηρίον, καὶ ἄλλος νὰ ἔχῃ τὰς χεῖρας ἐλευθέρας, διὰ νὰ συλλάβῃ τὸ ζῷον, ἅμα θὰ τὸ εὕρισκε. Ὁ Κωσταντὴς ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο, ἐγὼ εἰς τί ἄλλο θὰ ἐχρησίμευα, εἰμὴ διὰ νὰ κρατῶ τὸ κηρί;

Δυστυχῶς εἶχα βγάλει τὸ ὑπόδημά μου τὸ ἀριστερόν, πρὶν καθίσωμεν εἰς τὸ δεῖπνον, ἐπειδὴ μὲ ἠνώχλει ὁ κάλος κατόπιν τῆς ὁδοιπορίας, κ᾿ εὑρέθην μονοπέδιλος τὴν ὥραν ὁποὺ εἶχε γίνει ἄφαντον τὸ ζῶον. Καὶ ὅμως ἀνάγκη ἦτο νὰ συμμορφωθῶ. Ἐπῆγα μαζὶ μὲ τὸν Κωσταντὴν πολλὰ βήματα, πέραν τοῦ ἱεροῦ τῆς ἐκκλησίας, μὲ ἓν ὑπόδημα, χωλαίνων καὶ πατῶν ἐπὶ ἀκανθῶν. Εὐτυχῶς ὁ Μπαλὴς δὲν εἶχεν ὑπάγει μακράν, ἦτο διακριτικὸν ἄλογον. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἁπλῶς διὰ νὰ βοσκήσῃ, καὶ δὲν εἶχε βάλει κακὸν μὲ τὴν κεφαλήν του.

Ὅταν ἐγυρίσαμεν πίσω, ἐγὼ κρατῶν τὸ κηρίον, ὁ Κωσταντὴς σύρων τὸν Μπαλήν, τὸν ὁποῖον καὶ ἔδεσε προχείρως εἰς τὴν ρίζαν θάμνου ἀντικρύ μας, ὁ Κωστὴς ἐξέχασε ποῦ εἶχε βάλει τὸ μαχαίρι, καθὼς τὸ εἶχε βγάλει ἀπὸ τὸ ζεμπίλι, διὰ νὰ κόψῃ ψωμί ― καὶ ψωμὶ δὲν ἔκοψε, ἀλλ᾿ ἐτρέξαμεν ἀποτόμως πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ Μπαλῆ. Ὁ Κωστὴς τὸ ἀνεζήτει τώρα εἰς τὸ ζεμπίλι, ἀλλ᾿ εἰς τὸ ζεμπίλι δὲν ἦτο, οὔτε ἐπήδησε μοναχόν του ὀπίσω, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ εἶχε βγάλει ἐκεῖθεν. Ἐψάξαμεν πολλὴν ὥραν μὲ τὸ κηρί, τέλος τὸ ηὕραμεν σιμὰ εἰς τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν τοῦ ἐκκλησιδίου, παρὰ τὰς ἀνθοδόχας, ὅπου εὐωδίαζον ἐκεῖ βασιλικὰ καὶ ροσμαρὶ καὶ δενδρολίβανα. Ἐφάγομεν τὸ λιτὸν δεῖπνόν μας, ἐπίομεν, ἐδευτερώσαμεν, κ᾿ ἐτριτώσαμεν μὲ τὴν φλάσκαν.

~ Ὅλα καλά, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε· μὰ ἔλα ποὺ ξέχασα νὰ στείλω χαμπάρι στὸ σπίτι σας…


~ Ἀλήθεια;… Ἑπόμενον ἦτο. Δὲν πειράζει, Κωσταντή.

Τὴν ἐπαύριον ἔμαθα ὅτι ἡ ἀδελφή μου ἡ νεωτέρα ἐπῆγε μεσάνυχτα, μαζὶ μὲ τὸν ἀνεψιόν μου, μ᾿ ἕνα φανάρι, κ᾿ ἐξύπνησε τὴν νεαρὰν γυναῖκα τοῦ Κωσταντῆ, ὁποὺ ἦτο ἔγκυος εἰς τὸν μῆνά της, διὰ νὰ πληροφορηθῇ. Τέλος ἔμαθαν ὅτι εἶχα ὑπάγει στὸ πανηγύρι, καὶ ἡσύχασαν.

~ Σήκω τώρα νὰ πηγαίνουμε. Θὰ εἶναι παραπάνω ἀπὸ δέκα ἡ ὥρα… Τὸ φεγγάρι ὅσον πάει καὶ γέρνει ἐκεῖ κάτω, καὶ θὰ τὰ βροῦμε σκοῦρα τὸν κατήφορον, ἀνάμεσα στὰ ρέματα καὶ στὸν ἐλαιῶνα.

~ Πᾶμε, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε.

Ἐσηκώθη, κ᾿ ἐφόρτωσε τὰ πράγματα εἰς τὸ ζῷον. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνεζήτει τὸ ψάθινο καπέλο του, καὶ δὲν ἐνθυμεῖτο ποῦ τὸ εἶχε πετάξει. Τέλος τὸ ηὕραμεν, τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (ἢ τοῦ Κυρίου). Ἐγὼ εἶχα φορέσει τὸ ὑπόδημά μου. Ἐσβήσαμεν τὸ κηρί, καὶ τὸ ἔβαλα ἐγὼ στὴν τσέπη μου. Ἀνέβημεν τὸν μικρὸν ἀνηφορίσκον ἕως τὸν ζυγὸν τῶν δύο βουνῶν, μεταξὺ τῶν δύο ὑψωμάτων τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου καὶ τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου. Ἐκεῖ ἐκατηφορίσαμεν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Κεχριάν.

Τὸ φεγγάρι, ἥμισυ καὶ κάτι, ἔγερνε πρὸς τὸν Ἀραδιᾶν, τὸν δρυμῶνα, κ᾿ ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνεν. Ἀντικρὺ εἰς τὸ Πήλιον ἔμελλε νὰ κρυφθῇ μετὰ μίαν ὥραν τὸ πολύ, ἀλλὰ πρὶν νὰ κρυφθῇ, θὰ ἔχανε σχεδὸν τὸ φέγγος του, ὅσον θὰ ἐκοντοζύγωνεν εἰς τὸ μέγα βουνόν. Αἱ δρύες τοῦ Ἀραδιᾶ ἐφαίνοντο ὡς νὰ ἔρριπτον τὴν σκιάν των πρὸς τὸν οὐρανόν, καὶ τὸ φεγγάρι ἐθόλωνεν, ἐθόλωνε.

Ἐγὼ εἶχα τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Κωστὴς θὰ ἤξευρε καλύτερ᾿ ἀπὸ ἐμὲ τὸν δρόμον, ὡς νέος, καὶ κατοικῶν διαρκῶς εἰς τὸν τόπον. Ἐκεῖνος ἐφρόνει ὅτι ἐγὼ θὰ ἐνθυμούμην καλύτερα τὰ κατατόπια, ὡς παλαιός, καὶ ἀγαπῶν τὰ ἐξωκκλήσια. Ἀλλ᾿ εἶχα δέκα χρόνια νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, ὁ δὲ Κωστής, ἂν καὶ βαθυκτήμων, δὲν εἶχεν ἐλαιῶνα πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος, καὶ δὲν ἐσύχναζεν. Οἱ δρομίσκοι τῆς ἐξοχῆς εἶναι σκολιοὶ καὶ ἄτακτοι. Ἄλλος καταπατεῖ τοῦ γείτονος τὸ κτῆμα, ἢ τὸ δημοτικόν, ἢ τὸ μοναστηριακόν, καὶ ὠθεῖ τὸν δρόμον πάρα ἔξω, ἄλλος ἀνοίγει μονοπάτι ὅπου φθάσῃ, μέσα εἰς τοὺς ἀγρούς, καὶ συντομεύει τὸν δρόμον, ἄλλος κτίζει καλύβην, στρώνει ἅλωνα, καὶ κατασκευάζει φράκτην πρὸς τὸ συμφέρον του. Καὶ τὸ φεγγάρι ἐχαμήλωνε. Τέλος ἐχάσαμεν, ὡς εἰκός, τὸν δρόμον. Ἔβγαλα τὸ σπαρματσέτον, καὶ τὸ ἤναψα. Ἐτρεπόμεθα δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἐγυρίζαμεν ἀποδῶ κι ἀποκεῖ, ἐκεῖνος καβάλα, ἐγὼ πεζός. (Ὁ Κωστὴς μοῦ ἐπρότεινε φιλοφρόνως νὰ κατέλθῃ καὶ νὰ ἱππεύσω, ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν συνηθίζω ποτὲ τὸ τοιοῦτον εἰς τὴν μικρὰν νῆσόν μου.)

Τέλος ὁ Κωσταντὴς κατῆλθεν ἐξ ὕψους τοῦ ὑποζυγίου του, μοῦ ἐπῆρε τὸ κηρί, κ᾿ ἐκοίταζε νὰ εὕρῃ τὸν δρόμον. Ὕστερα εἶπεν ὅτι τὸν ηὗρε, ἔσβησε τὸ κηρί, τὸ ἔβαλεν δὲν ἠξεύρω ποῦ, καὶ ἵππευσε πάλιν.

Καὶ πάλιν ἀπεπλανήθημεν. Ἐκοντεύαμεν ὣς τόσον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Παναγίαν. Μᾶς ἐφαίνετο ὅτι ἐβλέπαμεν κάτι ν᾿ ἀσπρίζῃ κάτω ἐκεῖ, εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, κάτι ὡς κτίριον, ὡς ἐκκλησίαν, ὡς μοναστηράκι· μίαν ἀκτῖνα ὡσὰν ἀπὸ πῦρ καταυλισμοῦ ἀνθρώπων ἀγρυπνούντων, ἀλλὰ τὸν δρόμον δὲν τὸν εὑρίσκαμεν· πῶς νὰ κατέλθωμεν ἐκεῖ; ᾘσθάνθημεν ὅτι ἐπέσαμεν δέκα πήχεις κάτω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδον, ὅπου ἦτο τὸ μικρὸν παλαιὸν μονύδριον. Ἐφθάσαμεν εἰς ἄβατον. Οὔτε ἐμπρὸς οὔτε πίσω. Ὁ Κωσταντὴς ἐπέζευσε καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ σαμαρίου, καὶ μοῦ ἐζήτει τὸ κηρίον, διὰ ν᾿ ἀνάψῃ νὰ βρῇ τὸν δρόμον. Ἀλλ᾿ ἐγὼ ἐνθυμούμην ὅτι δὲν μοῦ εἶχε δώσει τὸ κηρίον. Τέλος ἔψαξεν εἰς τὸν κόρφον του, εἰς τὶς τσέπες του, εἰς τὸ ζεμπίλι, καὶ τὸ ηὗρε δὲν ἠξεύρω ποῦ. Ἔτριψεν ἓν πυρεῖον, δύο, τρία, πέντε, ἀλλὰ τοιοῦτον ἀεράκι, ἀπόγειον, ἐξήρχετο ἀπὸ τὸ βουνόν, ὥστε τὰ σπίρτα ἔσβηναν πρὶν ν᾿ ἀνάψουν. Τέλος κατώρθωσε ν᾿ ἀνάψῃ τὸ κηρί, ἀλλὰ μετὰ μίαν στιγμὴν τὸ ἔσβησε τὸ ἀεράκι.

Τέλος ὁ Παπᾶς ―τοιοῦτον παρατσούκλι ἔφερεν εἷς κηπουρός, ὅστις ἦτο εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, δὲν ἠξεύρω διατί ὁ αὐτὸς ἐκαλεῖτο καὶ Σκαρλᾶτος, ἀλλὰ τὸ καθαυτὸ ὄνομά του δὲν κατώρθωσα νὰ τὸ μάθω― μᾶς ᾐσθάνθη ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος, καὶ ἦλθεν εἰς βοήθειάν μας προτοῦ νὰ φωνάξωμεν ― διότι ἐντρεπόμεθα νὰ φωνάξωμεν. Ἦλθε καὶ μᾶς ἀνέβασε πρὸς τὰ ἐπάνω, καὶ μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν.

Ὁ Γούμενος, νεαρὸς ρασοφόρος τὸν ὁποῖον εἶχε στείλει ὁ νεοχειροτόνητος Ἐπίσκοπος, εἶχε κοιμηθῆ, ἀφοῦ εἶχε κάμει ἑσπερινόν, διαρκέσαντα ἕως τὴν δεκάτην ὥραν. Ἦτο παρὰ μικρὸν μεσάνυχτα, ὅταν ἐφθάσαμεν. Ὁ Γούμενος δὲν ἐγνώριζε τὰ παλαιὰ ἔθιμά μας καὶ δὲν τὰ ἠσπάζετο. Τὰ κελλία κατερειπωμένα, ἓν μόνον εἶχεν ἀνακαινισθῆ ἐσχάτως, δαπάνῃ ἑνὸς κοσμικοῦ χριστιανοῦ. Ὁ ὀλίγος κόσμος, ὅστις εἶχεν ὁδοιπορήσει πρὸς τὰ ἐκεῖ διὰ νὰ ἑορτάσῃ τὰ Ἐννιάμερα τῆς Παναγίας ―τριάντα περίπου εὐλαβεῖς οἰκοκυράδες, καὶ ἄνδρες δέκα ἢ δεκαπέντε καὶ ἄλλα τόσα παιδιά― εἶχαν ὑπάγει διὰ ν᾿ ἀγρυπνήσουν ― ἄλλως, ποῖος θὰ ἐκόμιζε ροῦχα διὰ νὰ κοιμηθῇ; Καὶ ποῖος θὰ ἐπήγαινε διὰ νὰ κοιμηθῇ ἐν ὑπαίθρῳ; Ὁ Γούμενος εἶχε κοιμηθῆ στὸ κελλί.

Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακάκι, ψάλτης, ὅστις εἶχεν ὑπάγει ἀφ᾿ ἑσπέρας, μ᾿ ἐπληροφόρησεν ὅτι ὁ πάτερ Γεράσιμος εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ σηκωθῇ μετὰ μίαν ὥραν καὶ ν᾿ ἀρχίσῃ τὸν ὄρθρον. Καλά. Σημείωσις ὅτι τὸ παλαιὸν μονύδριον τῆς Κεχριᾶς ἦτο προσκολλημένον ὡς Μετόχι εἰς τὸ πάλαι ποτὲ σεβάσμιον κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, κ᾿ ἐκεῖθεν εἶχεν ἔλθει διὰ νὰ τελέσῃ τὴν πανήγυριν ὁ παπα-Γεράσιμος.

Φωτιὰ ἦτον ἀναμμένη εἰς τὸ προαύλιον. Γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἐθερμαίνοντο εἰς τὸ πῦρ. Ἔκαμνε ψύχραν.

~ Πέτε μας καμμιὰν ἱστορία γιὰ κανένα στοιχειό, χριστιανοί, εἶπα ἐγώ, κ᾿ ἐκάθισα πλησίον εἰς τὸ πῦρ. Ἐδῶ στὸ ρέμα, τὸν κατήφορο, πόσα στοιχειὰ ἔβλεπαν, τὸν παλαιὸν καιρόν. Ποῦ ᾽κεῖνα τὰ χρόνια!

Ἤρχισε τὸ Μαριὼ τοῦ Μουσκαδοῦ, κ᾿ ἡ γρια-Ἀγάλλαινα, κ᾿ ἡ παπαδιὰ τοῦ Μπονάκη ἡ χήρα, ἡ μήτηρ τοῦ ἱεροψάλτου, νὰ μᾶς διηγῶνται διὰ στοιχειά. Ἀλλὰ διεφώνησεν ὁ κὺρ Μενέλαγος, ὅστις δὲν λείπει ἀπ᾿ ὅλα τὰ πανηγύρια, κι ὁ Στέργιος τῆς Μαλαματίνας, λέγοντες ὅτι αὐτοὶ δὲν πιστεύουν τὰ στοιχειά.

Παντοῦ παρουσιάζονται Ρωμιοὶ διὰ συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχουν στοιχειά. Ἐγὼ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἂν εἶχα ἐξουσίαν, θὰ ἔθετα φίμωτρον.

Ἔγινε δύο ἡ ὥρα, κι ὁ Γούμενος ἐκοιμᾶτο, κι ὁ κόσμος ἐκρύωνε. Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακόπουλο μοῦ προσεφέρθη νὰ ὑπάγῃ νὰ ξυπνήσῃ τὸν Ἡγούμενον.

~ Ὄχι, μὴν τὸν ξυπνᾷς. Δὲν ἔχομε θάρρος στὸν ἄνθρωπον. Πᾶμε μέσα, κ᾿ ἐγὼ θ᾿ ἀρχίσω τὸν Πολυέλεον, διὰ νὰ πάρω τὴν μπόρα… δηλαδή, διὰ ν᾿ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην. Καὶ σύ, ἄνοιξε τὸ βιβλίον σου τὸ μουσικό, καὶ κελάδει το. Ἐγὼ θ᾿ ἀρχίσω τὸ «Δοῦλοι Κύριον». Κατόπιν ἐσὺ ἀρχινᾷς τὸ «Λόγον ἀγαθόν». Ἐγὼ δὲν ἦρθα διὰ τὸν Πολυέλεον· ἦρθα διὰ τὸ «Πεποικιλμένη».

Εἰσήλθομεν εἰς τὸν σεπτὸν ναΐσκον ― Βυζαντινόν, μὲ χηβάδας, καὶ μὲ τοιχογραφίας, καὶ ἠρχίσαμεν τὸν Πολυέλεον. Ὁ κόσμος ἔτρεξε κατόπιν μας, ἄναψαν πολλὰ κηρία αἱ γυναῖκες, κ᾿ ηὕραμεν θάλπος καὶ παραμυθίαν.

Μετὰ εἴκοσιν λεπτὰ ὁ Ἡγούμενος ἐπαρουσιάσθη. Εἴτε ἡ ψαλμῳδία μας τὸν ἐξύπνησεν, ἢ ἠθέλησε νὰ ἐξυπνήσῃ. Ἐπλησίασα πρὸς τὴν πύλην τοῦ ἱεροῦ τὴν βορείαν καὶ τοῦ ἐξηγήθην:

~ Πάτερ, διὰ νὰ μαζωχθῇ ὁ κόσμος, καὶ νὰ ζεσταθῇ, ἐκρίναμεν καλὸν ν᾿ ἀρχίσωμεν τὸν Πολυέλεον, χωρὶς νὰ σᾶς βιάσωμεν εἰς τίποτε. Πιστεύω ὅτι δὲν ἠνωχλήθητε.

~ Καλά, καλά.

Τέλος, ἠξιώθην νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Ὅταν ἐξήλθομεν ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, περὶ τὸ λυκαυγές, ὁ Ἡγούμενος μειδιῶν μᾶς προσέφερεν ἐπὶ τῆς πεζούλας ἔξω τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐκαθίσαμεν, ροδάκινα καὶ ρακί, εὐλογίαν τοῦ Μοναστηρίου. Εἶχα ἀποποιηθῆ νὰ πίω καφέν, ὅταν μοῦ ἐπρόσφεραν αἱ γυναῖκες αἱ πανηγυρίστριαι, ἀλλ᾿ ὅταν ὁ Ἡγούμενος ἔστειλε τὸν πάτερ Παφνούτιον, πρῴην ὑπενωμοτάρχην, ὅστις εἶχε καλογηρέψει εἰς τὸ κελλί, καὶ μοῦ ἔφερε μεγάλην κούπαν καφέ, μοναστηριακὸν θαυμάσιον, δὲν ἠδυνήθην ν᾿ ἀρνηθῶ.

Ὕστερον ἔμαθα ὅτι, τὴν ὥραν ποὺ εἶχε κατεβῆ «μαχμουρλὴς» ὁ Γούμενος ἀπὸ τὸ κελλίον, μία τῶν γυναικῶν, ἡ ρηθεῖσα Μαριὼ τοῦ Μουσκαδοῦ, τὸν ἐπλησίασε καὶ τοῦ εἶπε:

~ Γέροντα, νὰ μοῦ κάμῃς μιὰ παράκληση, σὰν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία.

~ Δὲν λὲς αὐτουνοῦ ποὺ εἶναι μέσα νὰ σοῦ τὴν κάμῃ; ἀπήντησεν ὁ Γούμενος.

Ἐννοοῦσεν ἐμέ.


+ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1909


(Από Panteleimon Krouskos )

Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

Χρόνια Ειρηνικά

 🌺ΣΤΗΝ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ, ΟΣΟΥΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΑΓΑΠΟΥΜΕ ΠΡΟΣΕΥΧΗΤΙΚΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΠΑΡΑ ΤΟΥΣ ΑΧΡΑΝΤΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΔΑΣ.

🌹ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΕΙΡΗΝΙΚΑ, ΕΥΦΡΟΣΥΝΑ, ΘΕΟΤΙΜΗΤΑ!



Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025

Να παρακαλείς την Παναγία, παιδί μου.

 


Να παρακαλείς την Παναγία, παιδί μου. 

Διότι όλοι οι Άγιοι παρακάλεσαν την Παναγία! 

Δεν δίνεται ένα Χάρισμα από τον Θεό εις τον άνθρωπο, 

ει μη δια μέσου της Παναγίας! 

Η Παναγία μοιράζει τα Χαρίσματα στον κόσμο. 

Η Παναγία τα μοιράζει!.


✝️Όσιος Εφραίμ Κατουνακιώτης