Ξημέρωνε παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Ο Βασίλης σηκώθηκε προσεκτικά, προσπαθώντας να μην ξυπνήσει την Ελένη. Της έριξε μια ματιά καθώς κοιμόταν. Το πρόσωπό της ήταν σημαδεμένο από την κούραση, ακόμα και στον ύπνο της. Δούλευε δύο δουλειές, καθαρίστρια το πρωί, σερβιτόρα το απόγευμα. Και όμως τα λεφτά δεν έφταναν. Ποτέ δεν έφταναν.
Πέρασε από το δωμάτιο των παιδιών. Ο Νίκος, πέντε χρονών, αγκάλιαζε το φθαρμένο αρκουδάκι του. Η Μαρία, οχτώ, κοιμόταν με ανοιχτό το βιβλίο της. Ο Γιάννης, έντεκα, είχε το πρόσωπο στραμμένο στον τοίχο.
Φόρεσε τη στολή βιαστικά. Την κόκκινη φόρμα, την άσπρη γενειάδα, τον σκούφο. Τα ρούχα του Άγιου Βασίλη. Δεν ήθελε να δουν τα παιδιά τον ξεπεσμό του.
Πριν από δύο χρόνια, ο Βασίλης δούλευε σε ένα εργοστάσιο. Είχαν σταθερό μισθό και ζούσαν άνετα. Όχι πλούσια, αλλά με αξιοπρέπεια. Μετά ήρθε η κρίση, το κλείσιμο, οι απολύσεις. Από τότε, κυνηγούσε το μεροκάματο στις οικοδομές, στις φορτοεκφορτώσεις, όπου έβρισκε
Τον Δεκέμβριο, βρήκε αυτή την προσωρινή δουλειά. Άγιος Βασίλης σε μεγάλο πολυκατάστημα. Δέκα ώρες τη μέρα, επτά μέρες την εβδομάδα. Σαράντα ευρώ μεροκάματο.
Έφτασε στο κατάστημα. Η κυρία Σοφία η προσωπάρχης τον περίμενε. Ίσια πλάτη, ψυχρό βλέμμα, αυστηρή όπως πάντα, υπηρεσιακή και σκληρή. Όλοι οι υπάλληλοι την έτρεμαν. Ο Βασίλης αναρωτήθηκε πολλές φορές εάν αυτή η γυναίκα είχε συμπαθήσει ποτέ κάποιον.
«Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Θέλω ενθουσιασμό. Τα παιδιά να φεύγουν χαρούμενα. Οι γονείς να αγοράζουν.»
«Εντάξει, κυρία Σοφία.»
Τα παιδιά άρχισαν να έρχονται.
Λίστες ολόκληρες. Κούκλες που μιλάνε. Κονσόλες. Ποδήλατα. Τάμπλετ.
Ο Βασίλης άκουγε, γελούσε, έκανε χοχοχο. Και σκεφτόταν ότι ο δικός του γιος είχε ζητήσει μόνο ένα αυτοκινητάκι. Τριάντα ευρώ και δεν μπορούσε ούτε αυτό να του πάρει.
«Θα μου φέρεις PlayStation;»
«Ναι το είπα στη μαμά σου».
«Θέλω ένα κουταβάκι!»
«Ναι το είπα στον μπαμπά σου».
Στις πέντε το απόγευμα, ένα αγόρι με φθαρμένο μπουφάν πλησίασε διστακτικά.
«Γεια σου. Πώς σε λένε;»
«Δημήτρη.»
«Και τι θα ήθελες φέτος για δώρο;»
Το αγόρι σήκωσε τους ώμους. «Τίποτα.»
«Όλα τα παιδιά θέλουν κάτι.»
«Ναι, αλλά... Εσύ φέρνεις δώρα μόνο σε όσους έχουν λεφτά, μου είπε η μαμά.»
Η απάντηση τον αιφνιδίασε.
«Όχι. Ο Άγιος Βασίλης αγαπάει όλα τα παιδιά το ίδιο.»
Το αγόρι τον κοίταξε σκεπτικό.
«Εκτός από εμένα και την αδελφή μου φαίνεται».
Ο Βασίλης παρακολουθούσε το παιδί να απομακρύνεται. Έκανε νεύμα στην κυρία Σοφία.
«Βλέπετε εκείνο το αγόρι; Θα μπορούσατε να τον συνοδέψετε να διαλέξει ένα παιχνίδι; Τον λένε Δημήτρη».
«Και ποιος θα το πληρώσει;» τον ρώτησε παγερά.
«Θα το κρατήσετε από τον μισθό μου.»
Η κυρία Σοφία τον κοίταξε έκπληκτη. Η δουλειά όμως είναι δουλειά.
«Δημήτρη!».
Το αγόρι γύρισε, απορημένο.
«Ο Άγιος Βασίλης θέλει να σου δώσει το δώρο σου. Διάλεξε ότι θέλεις.»
Τα μάτια του Δημήτρη άνοιξαν διάπλατα. Η γυναίκα του χαμογέλασε επαγγελματικά. «Γι' αυτό είναι οι Αγιοβασίληδες δεν το ήξερες;»
Οδήγησε το παιδί προς τα ράφια με τα αγορίστικά παιχνίδια. Όμως αυτός τα προσπέρασε και σταμάτησε μπροστά στις κούκλες.
Πήρε μια φθηνή με κίτρινο φόρεμα.
«Αυτή. Η αδελφή μου θέλει μια κούκλα. Δεν είχε ποτέ της.»
Η κυρία Σοφία γύρισε και κοίταξε έκπληκτη το παιδί. Ξαφνικά ήταν σαν να έπεσε από πάνω της μια σιδερένια πανοπλία. Τελικά από μέσα έκρυβε έναν άνθρωπο. Ο Βασίλης την είδε να ταλαντεύεται»
«Και για σένα; Τι θέλεις εσύ;»
«Εγώ είμαι μεγάλος. Συνήθισα να μην παίρνω δώρο.»
«Ξέρεις κάτι; Μπορείς να διαλέξεις ένα ακόμα. Για σένα. Αυτό μου ζήτησε ο Άγιος Βασίλης.»
Το αγόρι δίστασε, μετά πήρε ένα σετ μολύβια και τετράδιο για ζωγραφική.
«Μ' αρέσει να ζωγραφίζω».
Μόλις πήρε τα δώρα το παιδί έτρεξε προς τον Βασίλη. Τον αγκάλιασε.
«Ευχαριστώ, Άγιε Βασίλη. Συγγνώμη που δεν σε πίστεψα.»
Όταν το παιδί έφυγε η κυρία Σοφία ξανάβαλε την πανοπλία. Ψυχρό βλέμμα, στητή πλάτη.
«Το κόστος του σετ ζωγραφικής δεν θα το βγάλω από τον μισθό σου, αλλά από τον δικό μου», είπε. Πήγε να απομακρυνθεί, όμως επέστρεψε. Φαινότανε ότι ήταν έξω από τα νερά της.
«Σ΄ ευχαριστώ που μου θύμισες κάτι που είχα ξεχάσει, Βασίλη. Την ανθρωπιά» είπε και γύρισε την πλάτη, ίσως για να μην φανεί η ευαίσθητη πλευρά της.
Στο σχόλασμα, η κυρία Σοφία τον κάλεσε στο γραφείο της.
«Τα πήγες πολύ καλά αυτές τις μέρες, Βασίλη. Τα παιδιά σε αγάπησαν.» Του έδωσε τον μισθό του και έναν επιπλέον φάκελο. «Έχεις και ένα μπόνους για τις γιορτές.»
«Κυρία Σοφία, εγώ...»
«Και κάτι ακόμη, τον διέκοψε εκείνη. Μίλησα με τα αφεντικά. Εάν θέλεις, από την καινούργια χρονιά θα υπάρχει μια θέση για σένα. Μόνιμη. Τι λες;»
Ο Βασίλης κλονίσθηκε. Κρατήθηκε από την άκρη του γραφείου. Δεν μπόρεσε να μιλήσει.
«Πριν σου ευχηθώ καλή χρονιά, πέρνα από το τμήμα παιχνιδιών και πάρε ότι θέλεις για τα παιδιά σου. Τι Άγιος Βασίλης θα ήσουν εάν δεν δώσεις δώρα και στα δικά σου παιδιά. Καλή χρονιά».
Ο Βασίλης βγήκε από το κατάστημα με τον φάκελο στα χέρια με τρεις τσάντες που μέσα είχαν ένα αυτοκινητάκι, μία τσάντα και ένα USB με παιχνίδια.
Περπατούσε φορώντας ακόμη τη στολή όταν άκουσε:
«Άγιε Βασίλη!»
Ήταν ο Δημήτρης με τη μητέρα του και την αδελφή του.
«Γεια σου, Δημήτρη.»
Το αγόρι κοίταξε τις σακούλες. «Αυτά είναι για τα δικά σου παιδιά;»
«Ναι. Έχω τρία.»
Η μητέρα χαμογέλασε λυπημένα. «Κάνεις τον ίδιο αγώνα με εμένα, ε;»
«Ναι. Τον ίδιο ακριβώς.»
«Σε περίμενα να σχολάσεις να σ’ ευχαριστήσω. Δεν ξέρεις τι σημαίνει για μια χήρα μάνα, αυτό που έκανες για τα παιδιά μου».
Ο Δημήτρης τον κοίταξε. «Ξέρεις, νομίζω ότι εσύ είσαι ο αληθινός Άγιος Βασίλης. Γιατί πραγματικά αγαπάς τα παιδιά.»
Η μικρή του έδειξε την κούκλα της.
«Ευχαριστώ Άγιε Βασίλη». Άνοιξε τα χεράκια της.
Ο Βασίλης έσκυψε και την αγκάλιασε.
-Χρόνια πολλά μικρή μου της είπε χαμογελαστός και της έκανε και ένα ΧΟΧΟΧΟ, ενώ ένιωθε ένα δάκρυ να μουσκεύει την ψεύτικη γενειάδα του.
«Καλή Πρωτοχρονιά» τους ευχήθηκε.
Όταν έφτασε στο σπίτι, τα παιδιά κοιμόντουσαν. Έβαλε τα δώρα κάτω από το μικρό δεντράκι που είχαν στολίσει.
Η Ελένη τον κοίταξε με έκπληξη. «Τους έφερες δώρα;»
«Ναι. Τι Άγιος Βασίλης θα ήμουνα; Σου έφερα και εσένα ένα παλτό μην ξεπαγιάζεις. Μου έδωσαν και μόνιμη δουλειά γυναίκα. Θα σταματήσεις τις σκάλες.»
Την αγκάλιασε και ένιωσε επί τέλους ότι είναι μέρες γιορτινές.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, ο Νίκος φώναξε:
«Μπαμπά! Ήρθε ο Άγιος Βα
σίλης!»
Ο Βασίλης στάθηκε στην πόρτα.
Χωρίς γενειάδα. Χωρίς στολή.
Μόνο άνθρωπος.