Παρασκευή 14 Ιουνίου 2024

Λόγοι Αγίου Πορφυρίου



*Ὅσο πιό σκληρόκαρδος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιό βαθιά θά εἶναι ἡ πτώση του.*


*Ένα αὐγό σπάει καί ἀπό ὕψος 30 πόντων.*


*Ὅμως ἕνας βράχος πρέπει νά ἀνέβει πολύ ὑψηλά καί νά πέσει γιά νά συντριβεῖ.*


Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει πολύ σκληρή καρδιά, θά ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά πετύχει κάποια πράγματα:


Νά ἀνέβει ψηλά καί κατόπιν νά πέσει βαρύγδουπα γιά νά συντριβεῖ, νά μαλακώσει, νά σπάσει.


Ὅμως ὁ μαλακός ἄνθρωπος, ὁ εὐαίσθητος, ὁ πονόψυχος μπορεῖ νά μήν ἔχει μεγάλες κοσμικές ἐπιτυχίες, νά βρίσκει ὅλο ἐμπόδια, αὐτό ὅμως τόν προστατεύει ἀπό μεγάλες πτώσεις, τίς ὁποῖες ἡ εὐαίσθητη καρδιά του δέν θά ἀντέξει.


Νά λοιπόν, πού τά ἐμπόδια στή ζωή μας εἶναι ἡ προστασία μας καί ὄχι ἡ κατάρα μας καί ἡ δοκιμασία μας.


*Ἔτσι, ὅταν ὁ Θεός θέλει νά μᾶς γλιτώσει ἀπό ἐγωιστικά στραπατσαρίσματα βάζει ἐμπόδια στά σχέδιά μας.*


*Δηλαδή, τό ἐμπόδιο εἶναι ἡ προστασία ἀπό ἐγωιστικές πτώσεις.*


Γι’ αὐτό ὁ λαός λέει:


*«Κάθε ἐμπόδιο γιά καλό” καί κατ’κατ’ ἀναλογία “κάθε ἄνεση γιά κακό!»*


Λέγουν οἱ Πατέρες *«οὐδείς εἰσῆλθε μετ’ ἀνέσεως στόν παράδεισο».*


*Ὡς ἐκ τούτου πρίν ἀπό κάθε πτώση, προηγεῖται ἐγωιστική ἄνεση καί πρίν ἀπό κάτι ὄμορφο, συντριβή καί ταπείνωση.*


Με πατρική αγάπη και *Ευλογίες*

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2024

Το βλέμμα ψηλά


 Θάρρος, θάρρος…

Το βλέμμα ψηλά…

Μη θλίβεσαι…

Μη λυπάσαι πιο πολύ απ’ όσο πρέπει…

Να συνεχίσεις το δρόμο σου με θάρρος, με πολύ θάρρος.

Χάρισε τη καρδιά σου στο Κύριο και Εκείνος θα της δώσει όλες τις βιταμίνες και όλη τη ενέργεια που χρειάζεται για να μην καταρρεύσει.

Τίποτε να μη σου φαίνεται δύσκολο.

Κάποιος άλλος αδελφέ κυβερνάει το σύμπαν και όχι οι μεγάλοι του κόσμου τούτου …

Θάρρος, θάρρος, 

το βλέμμα ψηλά και θα δεις τον Κύριο, όταν θα κλάψεις, όταν θα ψάξεις με λαχτάρα, όταν θα ματώσεις, 

ίσως θα Τον δεις πως σου απλώνει το στέφανο με το Αγαπητικό και Παρηγορητικό χέρι Του.

Μην θλίβεσαι, μη λυπάσαι πιο πολύ από όσο πρέπει, 

γιατί έτσι δίνεις δικαιώματα στο πονηρό να σε χτυπάει με δύναμη…

Κάνε τη καρδιά σου μοναστήρι.

Χτύπα εκεί το σήμαντρο, κάλεσε εκεί για αγρυπνία, θυμίασε και ψιθύρισε ακατάπαυτα προσευχές.

Ο Θεός είναι δίπλα σου …


✝️Άγιος Λουκάς ο Ιατρός

Τρίτη 11 Ιουνίου 2024

Η πίστη έχει κόστος.

 


Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ «Ἄξιόν Ἐστιν» ἐν Ἁγίῳ Ὄρει (11 Ιουνίου)

 


Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ «Ἄξιόν Ἐστιν» φυλάσσεται στὸ ναὸ τοῦ Πρωτάτου τοῦ Ἅγίου Ὄρους, στὶς Καρυές. Ὁ ναὸς αὐτὸς ἐκτίσθηκε τὸ 843 μ.Χ., ἐμεγάλωσε ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀθανάσιο τὸν Ἀθωνίτη καὶ ἁγιογραφήθηκε κατὰ τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ. ἀπὸ τὸν περίφημο ἁγιογράφο Ἐμμανουὴλ Πανσέληνο.

Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, κάποιος μοναχός, ὁ ὁποῖος ἐζοῦσε κοντὰ στὶς Καρυὲς μὲ ἕναν νεαρὸ ὑποτακτικό, ἔφυγε ἕνα βράδυ ἀπὸ τὸ κελί, διότι ἔπρεπε νὰ πάει στὴν ἐκκλησία τοῦ Πρωτάτου, γιὰ νὰ συμμετάσχει σὲ μιὰ ἀγρυπνία. Ὅταν ἐνύχτωσε, ὁ δόκιμος, ποὺ ἔμεινε μόνος, ἄκουσε ἀργὰ τὸ βράδυ νὰ κτυποῦν τὴν πόρτα καὶ ἀνοίγοντάς την εἶδε ἕνα γέροντα μοναχό, ποὺ ἐζητοῦσε φιλοξενία. Τὰ μεσάνυχτα ὁ γέροντας καὶ ὁ δόκιμος ἄρχισαν νὰ ψάλλουν μαζὶ τὴν Ἀκολουθία. Μόλις ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ψάλλουν «Τὴν Τιμιωτέραν», ὁ γέροντας πρόλαβε τὸ δόκιμο στὸ ψάλσιμό του λέγοντας πρὶς τὸ «Ἄξιον ἐστιν μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν». Ὁ νεαρὸς δόκιμος ἄκουσε τὸν ὕμνο αὐτὸ γιὰ πρώτη φορά. Γι’ αὐτὸ εἶπε στὸ γέροντα νὰ τοῦ γράψει αὐτὰ τὰ λόγια, γιὰ νὰ ὑμνεῖ τὴν Παναγία. Ὁ γέροντας ἐδέχθηκε καὶ ἔγραψε τὸν ὕμνο ἐπάνω σὲ μία πέτρα, ποὺ ἔγινε μαλακὴ σὰν κερί, καὶ εἶπε στὸ νεαρὸ δόκιμο: «Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα ἔτσι ἐσεῖς καὶ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι νᾶ ψάλετε αὐτὸν τὸν ὕμνο». Ὁ γέροντας μοναχός, ἀφοῦ εἶπε πὼς τὸν ἔλεγαν Γαβριήλ, ἐξαφανίσθηκε.

Μόλις ἐπέστρεψε ὁ γέροντας μοναχός, ὁ δόκιμος τοῦ ἔδειξε τὴν πέτρα καὶ ἔψαλε τὸν ὕμνο ποὺ εἶχε ἀκούσει. Ὁ γέροντας μὲ τὴ διάκρισή του διεπίστωσε ἀμέσως τὸ θαυματουργικὸ γεγονὸς καὶ ἔτρεξε νὰ μεταφέρει τὸ θαυμαστὸ ἀντικείμενο στοὺς γέροντες τοῦ γειτονικοῦ μοναστηριοῦ. Ετσι διαδόθηκε ὅτι ὁ μυστηριώδης ἐπισκέπτης ἦταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὁ ὁποῖος εἶχε κατέβει ἀπὸ τὸν οὐρανό, γιὰ νὰ διδάξει ἕνα νέο ὕμνο πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Ἡ χαραγμένη πέτρα ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ ἀπεστάλη στὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαο Χρυσοβέργη (984 – 996 μ.Χ.), ὀ ὁποῖος ἐνέκρινε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ἀγγελικοῦ αὐτοῦ ὕμνου στὸ λειτουργικὸ βίο τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀναφέρει ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι πολὺ παλαιὸ καὶ τοῦτο μαρτυρεῖται ἀπὸ τὰ Μηναῖα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου στὶς 11 Ἰουνίου ἀναγράφεται: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἡ Σύναξις τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ ἐν τῷ Ἄδειν». Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη τὸ 982 μ.Χ.

Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Θεομήτορος εἶναι τύπου Ἐλεούσης ἢ Γλυκοφιλούσης καὶ κρατᾶ στὰ δεξιά της τὸν Ἰησοῦ Χριστό.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Πατέρων ἀθροίσθητε, πᾶσα τοῦ Ἄθω πληθύς, πιστῶς ἑορτάζοντες, σήμερον χαίροντες, καὶ φαιδρῶς ἀλαλάζοντες, πάντες ἐν εὐφροσύνῃ· τοῦ Θεοῦ γὰρ ἡ Μήτηρ, νῦν παρὰ τοῦ Ἀγγέλου, παραδόξως ὑμνεῖται· διὸ ὡς Θεοτόκον ἀεί, ταύτην δοξάζομεν.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῇ σεπτῇ σπυ Εἰκόνι Γαβριὴλ ὁ Ἀρχάγγελος, καταπτὰς ἐν σχήματι ξένῳ, τὴν ᾠδήν σοι ἀνέμελψεν, Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, τὴν μόνην μακαρίζειν σε Ἁγνή, ὡς Μητέρα τοῦ τῶν ὅλων Δημιουργοῦ, καὶ σώζουσαν τοὺς κράζοντας· δόξα τοῖς θαυμασίοις σου Ἁγνή, δόξα τοῖς μεγαλείοις σου, δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου προνοίᾳ Ἄχραντε.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ἑορτάζει σήμερον ἅπας ὁ Ἄθως, ὅτι ὕμνοις δέδεκται, ὑπὸ Ἀγγέλου θαυμαστῶς, σοῦ τῆς Ἁγνῆς Θεομήτορος, ἣν πᾶσα κτίσις γεραίρει δοξάζουσα.


Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς ἐπιστὰς ἀπ’ οὐρανοῦ ἐν ξένῳ σχήματι

Ὁ Γαβριὴλ τὸν Μοναστὴν ἐμυσταγώγησε

Μακαρίζει καὶ ὑμνεῖν σε ἀξίως Κόρη.

Ἀλλ’ ἡμεῖς τούτου τὴν μνείαν ἑορτάζοντες

Τὴν πολλήν σου πρὸς ἡμᾶς ὑμνοῦμεν πρόνοιαν

Καὶ βοῶμέν σοι, χαῖρε Ἄθω ἡ ἔφορος.


Μεγαλυνάριον.

Ἄξιον ὑμνεῖν σε διὰ παντός, τὴν Θεοῦ Μητέρα, καὶ προστάτιν τῶν γηγενῶν, παρὰ τοῦ Ἀγγέλου, Παρθένε διδαχθέντες, ὑμνοῦμεν καθ’ ἑκάστην, τὰ μεγαλεῖά σου.


http://www.synaxarion.gr/gr/sid/3749/sxsaintinfo.aspx

Το σώμα και το αίμα του Χριστού


 «Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μεταλαβαίνει [ο πιστός] στὴ θεία Λειτουργία, τοῦ χαρίζουν αὐτὴ τὴν πληρότητα, τὸν κάνουν νὰ αἰσθάνεται “συμπολίτης τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖος του Θεοῦ”. Ἔτσι, ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸ ναὸ μὲ τὴ δύναμη ν᾿ ἀντιμετωπίσει σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο θέλημα καὶ μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς τὴ φθαρτότητα τοῦ καθημερινοῦ του βίου» 


✝️Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, “Ὁ Ἐκκλησιασμός”


Γίνε σαν την μέλισσα.

 


«Εμείς ξεχνάμε ποτέ τα σφάλματα του αδελφού μας; Πεθαίνει μαζί μας ο κακός λόγος;

Όχι, ποτέ. 

Εμείς τον διαδίδουμε και μ’ αυτόν τον τρόπο γινόμαστε σαν τις μύγες οι όποιες κυκλοφορούν παντού και παντού μεταδίδουν την μόλυνση. 

Πρέπει να είμαστε όχι σαν τις μύγες αλλά σαν τις μέλισσες οι οποίες πετάνε από το ένα λουλούδι στο άλλο μαζεύοντας το μέλι. Και εμείς πρέπει να μαζεύουμε το μέλι δίνοντας σημασία μόνο στο καλό πού υπάρχει στον αδελφό μας» 


✝️Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Ο Χριστός είπε άλλα...


 

Να είσαι μαλακός.

 


Δεν ξέρεις τι σταυρό καθένας κουβαλάει.

Δεν ξέρεις πόσο έχει πονέσει. Πόσο έχει κλάψει. Πόση έχει νιώσει μοναξιά…

Να είσαι μαλακός με τους ανθρώπους. Να τους δίνεις ευκαιρίες. Πίσω από λάθη και πτώσεις, υπάρχουν αδύναμες ψυχές. Πίσω από σκληρές συμπεριφορές, υπάρχουν άνθρωποι πληγωμένοι. Άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν ποτέ. Άνθρωποι που δεν έμαθαν ούτε την αγκαλιά ούτε το χάδι.

Να είσαι μαλακός με τους ανθρώπους. Όλοι κρύβουν μέσα τους κάτι το καλό. Αυτό που χρειάζονται πολλές φορές είναι μια ευκαιρία για να το βγάλουν προς τα έξω.

Να είσαι μαλακός με τους ανθρώπους. Να δίνεις ευκαιρίες. Να προσεύχεσαι για αυτούς. Πολλές φορές τα θαύματα, γίνονται εκεί που δεν τα περιμένεις…


Χριστός Ανέστη.


Ψυχολόγος Ελευθεριάδης Ελευθέριος


Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

Έλα στην θέση του άλλου.

 


Αν έρχεσαι στην θέση του άλλου, τότε θα καταλαβαίνης τί αναπαύει τον άλλον

– Πώς θα καταλαβαίνω, Γέροντα, τί αναπαύει τον άλλον, για να το κάνω;

– Αν έρχεσαι στην θέση του άλλου, τότε θα καταλαβαίνης τί αναπαύει τον άλλον. Αν όμως μένης κλεισμένη στο καβούκι σου, πώς θα καταλάβης τί αναπαύει τον άλλον;


Στην εποχή μας οι πιο πολλοί κοιτάζουν πώς να πάρουν την θέση του άλλου και όχι πώς να έρθουν στην θέση του άλλου, για να τον καταλάβουν. Παρατηρώ καμμιά φορά πώς μερικοί, ακόμη και όταν πάνε να κοινωνήσουν, δεν περιμένουν στην σειρά τους. Καθένας λέει: «εγώ έχω δουλειά και βιάζομαι» και δεν σκέφτεται: «άραγε είμαι άξιος να κοινωνήσω;» ή «μήπως ο άλλος είναι πιο βιαστικός από μένα;». Τίποτε! κοινωνούν και φεύγουν. Εδώ, ακόμη και να στερηθής την Θεία Κοινωνία για χάρη του άλλου, πρέπει να χαίρεσαι. Κι αν ο ιερεύς έχη μία μόνο μερίδα, μόνον έναν μαργαρίτη, και βρεθή κάποιος άρρωστος που είναι ετοιμοθάνατος και χρειάζεται να κοινωνήση, τότε πρέπει να χαρής που δεν θα κοινωνήσης εσύ, για να κοινωνήση ο άρρωστος. Αυτό θέλει ο Χριστός. Έτσι έρχεται ο Χριστός μέσα στην καρδιά και πλημμυρίζει κανείς από χαρά.


✝️Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη και Αρετές»



Αναγνώσματα Κυριακής

Κυριακῇ 9 Ἰουνίου 2024 (τοῦ Τυφλοῦ)



🔸 Εὐαγγέλιον

Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην 

Κεφ. θ' : 1-38

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ ᾿Ιησοῦς, εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὕτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ· Ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. Ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. Ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπί τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος, Ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; Ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν.Ἐκεῖνος ἔλεγε ὅτι ἐγώ εἰμι. Ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς, πηλὸν ἐποίησε, καὶ ἐπέχρισέ μου τοῦς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· Ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· Ἀπελθὼν δὲ νιψάμενος ἀνέβλεψα. Εἶπον οὗν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκείνος; Λέγει· ούκ οἴδα. ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. Ἦν δὲ σάββατον, ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησε ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. Πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι, πῶς ἀνέβλεψεν. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. Ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ Σάββατον οὐ τηρεῖ. Ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; Καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. Λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ὁ δὲ εἶπεν Ὅτι προφήτης ἐστίν. Οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; Ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν, καί ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν· ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. Ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. Διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον· Ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. Ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος, καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν, οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι, τυφλὸς ὢν, ἄρτι βλέπω, Εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; Ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. Ἡμεῖς οἴδαμεν, ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. Ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. Οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ᾿ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. Ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. Ἀπεκρίθησαν, καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; Καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. ῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καί εἶπε· Τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν, καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ, ἐκεῖνός ἐστιν. Ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.


🔸Ὁ Ἀπόστολος


Προκείμενον. Ἦχος πλ. α΄ [Ψαλμός ια΄ 11]


Στίχος: Σύ, Κύριε, φυλάξαις ἡμᾶς, καὶ διατηρήσαις ἡμᾶς.

Στίχος: Σῶσον με, Κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος.


Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα

Κεφ. ιστ' : 16-34


᾿Εν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο πορευομένων ἡμῶν τῶν ἀποστόλων εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη. Αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας. Τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῆς. Καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ. ᾿Ιδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας, καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν ᾿Ιουδαῖοι ὑπάρχοντες, καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν ῾Ρωμαίοις οὖσι. Καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ᾿ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν, πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αυτούς· ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον. Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι. Ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους. Ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε. Αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ; Οἱ δὲ εἶπον· Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήση σὺ καὶ ὁ οἶκός σου. Καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ. Καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα, ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιᾶτο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.