Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ωφελιμες Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ωφελιμες Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

Τα "ζώα" που κουβαλάμε μέσα μας.


Ένας ερημίτης, βρήκε καταφύγιο στο βουνό για να διαλογιστεί και να προσευχηθεί.

Τον έβλεπαν συχνά πολύ απασχολημένο.

Μια μέρα, κάποιος τον ρώτησε:
-Πώς γίνεται να έχεις τόση δουλειά αφού ζεις στη μοναξιά..;

Ο ερημίτης απάντησε:
Έχω αρκετά πράγματα να κάνω...
Εκπαιδεύω δύο γεράκια, εκπαιδεύω δύο αετούς, ηρεμώ δύο κουνέλια, πειθαρχώ ένα φίδι, παρακινώ ένα γάιδαρο και δαμάζω ένα λιοντάρι.

-Μα δεν βλέπω κανένα ζώο εδώ γύρω, πού είναι;

Ο ερημίτης απάντησε:
Αυτά τα ζώα τα κουβαλάμε όλα, όλοι, μέσα μας.
Τα δύο γεράκια, ρίχνουν τον εαυτό τους πάνω από ό,τι τους παρουσιάζεται, καλό ή κακό, πρέπει να τους εκπαιδεύσω να ρίξουν τον εαυτό τους σε καλά πράγματα:
ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ.

Οι δύο αετοί με τα νύχια τους πονάνε και καταστρέφουν, πρέπει να τους εκπαιδεύσω να τεθούν σε υπηρεσία και να βοηθήσουν χωρίς να βλάψουν:
ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ.

Τα κουνέλια θέλουν να πάνε όπου θέλουν, θέλουν να αποφύγουν δύσκολες καταστάσεις, πρέπει να τους μάθω να είναι ήρεμα ακόμα και αν υπάρχουν βάσανα, προβλήματα ή οτιδήποτε δεν μου αρέσει:
ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ.

Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να παρακολουθείς το φίδι, είναι κλειδωμένο σε ένα δυνατό κλουβί, αλλά είναι πάντα έτοιμο να επιτεθεί, να δαγκώσει και να τοποθετήσει το δηλητήριο του σε όποιον είναι κοντά, οπότε πρέπει να το πειθαρχήσω:
ΕΙΝΑΙ Η ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ.

Ο γάιδαρος είναι πεισματάρης, δεν θέλει να κάνει το καθήκον του, είναι πάντα κουρασμένος και αρνείται να κουβαλήσει το βάρος του:
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ.

Και τέλος, πρέπει να δαμάσω το λιοντάρι, θέλει να γίνει ο βασιλιάς, είναι ψηλά και πάντα θέλει να είναι ο πρώτος, είναι ματαιόδοξος, είναι περήφανος, νομίζει ότι είναι ο καλύτερος:
ΕΙΝΑΙ Ο ΕΓΩΙΣΜΟΣ ΜΟΥ.

Όπως βλέπεις, έχω να κάνω...

Δευτέρα 25 Μαΐου 2020



Καὶ πάλιν γράφω αὐτὰ δίδων σας θάρρος
να μὴν φοβῆσθε τὰς ἀσθενείας
κἂν καὶ νὰ πάσχωμεν ἐφ´ ὅρου ζωῆς.
Ἀφοῦ εἶναι διαρκῶς παρὼν ὁ Θεός,
διατὶ ἀνησυχεῖς;
Ἐν αὐτῷ ζῶμεν, κινούμεθα.
Εἰς τὴν ἀγκάλην του βασταζόμεθα.
Θεὸν ἀναπνέομεν˙ Θεὸν περιβαλλόμεθα˙
Θεὸν ψηλαφῶμεν˙
Θεὸν ἐσθίομεν ἐν Μυστηρίῳ.

Όσιος Ιωσήφ ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ

Σάββατο 23 Μαΐου 2020

Η ανάγκη μας για τον πλησίον.



Ό Θεός μάς έφτιαξε έτσι, ώστε νά έχουμε ό ένας άνάγκη τόν άλλο...!

Τίποτε δὲν ὁδηγεῖ τόσο πολὺ στὴν ἔπαρση καὶ δὲν ἀποχωρίζει τὸν ἅνθρωπο ἀπὸ τοὺς ἀλλους, ὅσο τὸ νὰ νομίζει ὅτι εἶναι αὐτάρκης καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ κανὲναν!

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἕφτιαξε ἕτσι, ὥστε νά ἕχουμε ὁ ἕνας ἀνάγκη ἀπὸ τὸν ἄλλο!

Κι’ ἂν ὰκόμη εἷσαι σοφός, θὰ ἔχεις τὴν ἀνάγκη κάποιου ἄλλου.
’Ἂν ὅμως νομίσεις ὅτι δὲν ἔχεις ἀνάγκη, ἐγινες ὁ πιὸ ἀνόητος καὶ ὁ πιὸ ἀδύνατος ἀπὸ ὅλους...!''

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2020

Η ΚΑΛΙΑΚΟΥΔΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ



Από την Σοφία του λαού μας.

Ξέρετε τις καλιακούδες; Είναι μεγαλόσωμα μαύρα πουλιά με άγρια , αντιπαθητική φωνή. Αναζητούν την τροφή τους στα φρεσκοοργωμένα και σπαρμένα χωράφια. Οι χωρικοί όμως τα διώχνουν με κάθε τρόπο γιατί τους κάνουν μεγάλη ζημιά.

Κάποτε λοιπόν ήταν μια καλιακούδα που παιδευόταν να βρει τροφή στα χωράφια. Δεν ήταν εύκολο. Οι χωρικοί της έστηναν παγίδες και σκιάχτρα. Ήταν πάντα φοβισμένη κι έμενε συνήθως μισοπεινασμένη.

Μια μέρα, καθώς πετούσε, βρέθηκε πάνω από έναν περιστερώνα. Ένα μικρό χαριτωμένο σπιτάκι όπου μπαινόβγαιναν δεκάδες περιστέρια, λευκά, γκρίζα, γκριζογάλανα. Ήταν ήρεμα κι ευτυχισμένα γιατί ο κύριός τους αδιάκοπα τα φρόντιζε. Κάθε μέρα τους πρόσφερε άφθονο καλαμπόκι κι άλλους σπόρους και διατηρούσε καθαρό το σπιτάκι τους. Χωρίς να κοπιάζουν απολάμβαναν χορτάτα και ασφαλή τη ζωή τους.

Πόσο ζήλεψε η καλιακούδα! Πόσο θα ήθελε να μπει στην παρέα τους και να ξενοιάσει μια και καλή από την αγωνία της για την καθημερινή τροφή της!  Όταν όμως κοίταξε το κατάμαυρο φτέρωμά της, κατάλαβε πως δεν θα την δέχονταν με κανέναν τρόπο κοντά τους. Πέταξε μακριά απογοητευμένη, αλλά δεν έβγαλε από το μυαλό της την εικόνα των περιστεριών.

Λίγες μέρες αργότερα όμως, μια καταπληκτική ευκαιρία της παρουσιάστηκε. Βρέθηκε στην αυλή ενός σπιτιού που το ασβέστωναν. Ο κάτασπρος ασβέστης μέσα στο δοχείο της θύμισε τα άσπρα φτερά των περιστεριών. Μια λαμπρή ιδέα άστραψε στο μυαλουδάκι της! Περίμενε με υπομονή να απομακρυνθεί ο τεχνίτης που έβαφε και, χωρίς καθυστέρηση και δεύτερη σκέψη, βούτηξε στο δοχείο. Oχ! Κόντεψε να σκάσει, δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Έντρομη κατάλαβε πως κινδύνευε να μείνει  εκεί, μες στον ασβέστη, και να τελειώσει τη ζωή της, αλλά έβαλε όλο της το πείσμα και τη δύναμη και κατάφερε να πετάξει και να βγει. Πήρε βαθιές ανάσες ώσπου να συνέλθει, τίναξε τα φτερά της και … δεν πίστευε στα μάτια της! Είχε γίνει κατάλευκή! Ήταν ολόιδια με τα περιστέρια!

Δεν καθυστέρησε καθόλου. Πέταξε ενθουσιασμένη και πολύ γρήγορα βρέθηκε στον περιστερώνα να μπαινοβγαίνει στις μικρές πορτούλες του μαζί με τ’ άλλα περιστέρια και να τσιμπολογάει τα σποράκια που απλόχερα τα τάιζε ο κύριός τους. «Αχ! Αυτή είναι ζωή! Τι καλοπέραση! Τι ευτυχία!».  Τα περιστέρια ούτε που την κατάλαβαν ούτε που την ξεχώρισαν.

Για λίγον καιρό όλα κυλούσαν ήρεμα. Η καλιακούδα μας γέμιζε εύκολα το στομάχι της και δεν έβγαζε άχνα από το στόμα της, γιατί ήξερε πολύ καλά πως η άγρια φωνή της θα την πρόδιδε. Κάποια στιγμή όμως ξεχάστηκε. Είχε τόση ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον!  «Τι όμορφα που είναι!», ξεστόμισε, αλλά  η άγρια αντιπαθητική κρωξιά της έκανε όλα τα περιστέρια να τρομάξουν και να μαζευτούν γύρω της. Άρχισαν να την κοιτούν περίεργα και γρήγορα κατάλαβαν πως ήταν διαφορετική: «Μα τι πουλί είν’ αυτό; Πώς βρέθηκε ανάμεσά μας; Πώς δεν το προσέξαμε νωρίτερα;», αναρωτιούνταν. «Σίγουρα δεν είναι περιστέρι! Είναι κατάσκοπος! Θα μας κάνει κακό! Εμπρός να το διώξουμε!». Με θυμό όρμησαν επάνω της, την τσιμπούσαν όλα μαζί, την έσπρωχναν. Την ανάγκασαν να φύγει κακήν κακώς από τον περιστερώνα.

Τι να κάνει η καλιακούδα μας! Ταπεινωμένη έφυγε μακριά. Πού να πάει τώρα; Ξαναγύρισε στα χωράφια και στις αδελφές της, τις άλλες καλιακούδες. Αλλά … δυστυχώς την περίμενε κι άλλη πίκρα κι απογοήτευση. Εκείνες βλέποντάς την άσπρη δεν την αναγνώρισαν. Νόμισαν πως ήταν ένα ξένο πουλί. Πέταξαν δίπλα της κι άρχισαν κι αυτές να την τσιμπούν και να την διώχνουν. Μάταια προσπαθούσε να τις εξηγήσει τι είχε συμβεί. Πως μπορεί το φτέρωμά της να ήταν άσπρο, αλλά αυτή ήταν η φίλη τους, η συγγενής τους, η αδελφή τους… Δεν ήθελαν ν’ακούσουν τίποτα. Την ανάγκασαν να φύγει μακριά.

Έτσι η καλιακούδα μας, μόνη και χιλιοπικραμένη, πέταξε προς το βουνό, όπου την περίμενε μια ζωή ακόμα πιο δύσκολη κι επικίνδυνη. Έχασε και τους σπόρους των χωραφιών, έχασε και τις φίλες της και τώρα πια κινδύνευε πολύ από τα δυνατά πουλιά, το γεράκι και τον αετό που έκαναν απειλητικούς γύρους πάνω απ’το κεφάλι της. Μετανιωμένη έλεγε και ξανάλεγε:

«Δεν μού ‘φθαναν τα λίγα, ζητούσα πιο πολλά.

Τώρα γυρίζω μόνη, με άδεια την κοιλιά».

Η ιστορία της καλιακούδας μας δυο σοφές συμβουλές μας δίνει:

Δεν πρέπει να κυνηγάμε τα πολλά με κάθε τρόπο, με κάθε τίμημα. Ας αρκούμαστε μ΄ ευγνωμοσύνη στα λιγότερα, αυτά που μας χάρισε ο Θεός. Κι ας φεύγουμε μακριά απ’ την πλεονεξία που θα μας ρίξει σίγουρα στη δυστυχία.

Αλλά και να μην αρνούμαστε τη γενιά μας, τις ρίζες μας, την οικογένειά μας. Γιατί οι ξένοι πολύ εύκολα μας γυρίζουν την πλάτη και μας φέρονται με σκληρότητα. Η οικογένειά μας, οι δικοί μας άνθρωποι είναι το καταφύγιό μας.

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2020

Αληθινή ιστορία!

Νά μήν τό μάθει κανείς!
Αληθινή Ιστορία.

Μία συγκινητική αληθινή ιστορία από τον μακαριστό Αρχιμ. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Τα λόγια μας, απλά περιττά...

Αὐτή τή στιγμή μοῦ ἔρχεται στή μνήμη μου τό παράδειγμα μιᾶς πολύ ἁπλῆς γυναίκας τοῦ λαοῦ, πού εἶχα συναντήσει στό ἐξωμολογητάριο, πρίν ἀπό πολλά χρόνια. Δέν τήν γνώριζα, οὔτε τήν γνωρίζω· οὔτε ἄν τή δῶ στό δρόμο θά τή θυμηθῶ. Θά πλησίαζε τά 70. Ἲσως νά τήν ἔχει καλέσει ὁ Θεός τώρα.

Ἀφοῦ ἐξωμολογήθηκε, δέν θυμᾶμαι πῶς, ἦλθε τό θέμα γιατί αὐτό δέν εἶχε σχέση μέ ἁμαρτίες, τή ρώτησα ἄν ἐργάζεται.
- Ὄχι, πάτερ μου, σταμάτησα· δέν μπορῶ πιά ἄλλο νά ἐργάζομαι.
- Καί πῶς ζῆς; Ἔχεις σύνταξη;
- Ὄχι, οὔτε σύνταξη ἔχω.
Μέ κοίταξε λίγο ἔτσι καχύποπτα, ἀγράμματη ἡ καημένη καί μοῦ λέει:
- Πνευματικός εἶσαι, θά στό πῶ. Ἀλλά δέν θά τό πεῖς πουθενά! Ἡ ἐνορία μας ἔκτισε ἕνα νέο ναό, μεγάλο καί ὡραῖο. Ἔγιναν πάρα πολλά ἔργα μέσα στό ναό· εἶχε μείνει τό τέμπλο. Οἱ ἱερεῖς εἶπαν, καί μία καί δυό καί τρεῖς φορές, ὅτι τώρα θά ἀρχίσουμε τόν ἔρανο γιά νά φτιάξουμε τό τέμπλο ξυλόγλυπτο.

Ἐγώ ἀπό μικρή κοπέλα, ὅλη μου τή ζωή, ἐργαζόμουνα «ὑπηρέτρια» καί μέ τά χρήματα πού ἔπαιρνα ἐφτίαξα ἕνα σπίτι. Ἔμενα σ΄ ἕνα δωματιάκι καί τά ὑπόλοιπα τά νοίκιαζα καί ἔτσι ζοῦσα. Πάω, βρίσκω τόν προϊστάμενο τοῦ ναοῦ καί τοῦ λέω: «Πάτερ μου, πόσο θέλει νά γίνει τό τέμπλο;». Μοῦ εἶπε, ἑνάμισι ἑκατομμύριο - τῆς ἐποχῆς ἐκείνης βέβαια, (σημερινά χρήματα εἴκοσι - εἴκοσιπεντε ἑκατομμύρια).

- «Πάτερ μου, ἄκουσε, τοῦ λέω. Ἔχω ἕνα σπίτι· τά πιάνει αὐτά τά χρήματα, ἀλλά ἀναλαμβάνει τό ἐκκλησιαστικό συμβούλιο νά μοῦ δίνει ἑνάμισι χιλιάρικο τό μήνα πού παίρνω ἀπό τά ἐνοίκια γιά νά ζῶ; Ὅσο ζῶ. Μετά δέν θά δώσει τίποτα στούς κληρονόμους μου».
- «Τό ἀναλαμβάνει καί μέ τό παραπάνω καί περισσότερα».
- «Ἀλλά, ἄκουσε - τοῦ λέω -, δέν θά τό ξέρει κανείς. Ἐγώ καί σύ».
- «Δέν μπορεῖ νά γίνει κάτι τέτοιο, διότι γιά νά τό ἀποφασίσει τό ἐκκλησιαστικό συμβούλιο, πρέπει νά τό μάθει. Πῶς θά πάρει τέτοια ἀπόφαση; Ἑπομένως δέν μπορῶ νά τό κρατήσω τελείως μυστικό».
- «Καλά, θά πάρεις, ὅμως, τούς ἐκκλησιαστικούς συμβούλους ἕναν - ἕναν μπροστά στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ νά σοῦ ὑποσχεθοῦν ὅτι δέν θά τό ποῦν σέ κανένα. Νά μή τό μάθει κανείς στήν ἐνορία!».
- «Ἐν τάξει, αὐτό στό ὑπόσχομαι».

Πράγματι, πουλήθηκε τό σπιτάκι, καί ἔγινε τό τέμπλο. Κι ἐγώ πνευματικέ μου, ζῶ μ΄ αὐτά πού μοῦ δίνει τό συμβούλιο. Ἂ, μοῦ εἶπαν μερικοί τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου, πού τό ἤξεραν: «Αἲ, καημένη τώρα, τό ἐφτίαξες πού τό ἐφτίαξες, δέν ἀφήνεις νά βάλουμε καί τ΄ ὄνομά σου». «Ὄχι, ὄχι - τούς λέω - γιατί θά χάσω τό μισθό (!) μου, ἅμα θά κάνετε αὐτό τό πρᾶγμα».

Τώρα πάω στήν Ἐκκλησία καί τό βλέπω καί τό τέμπλο καί κλαίω ἀπό τή χαρά μου καί λέω: Σ΄ εὐχαριστῶ, Χριστέ μου, διότι ἀξίωσες ἐμένα, μιά φτωχή γυναίκα, μία ὑπηρέτρια, πού δέν ἀξίζω τίποτε, ἕνα σκουπίδι, νά κάνω ἕνα τέτοιο ὡραῖο πράγμα στό Ναό Σου. Καί τό βλέπω καί ἀγαλλιάζεται ἡ ψυχή μου. Ἄι, καί πιστεύω νά πάω στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ νά παρουσιάσω αὐτό, δέν ἔχω τίποτε ἄλλο στή ζωή μου· «Κύριέ μου, ἐγώ τούς κόπους μου τούς ἔδωσα νά φτιάξω ἕνα ἔργο στό Ναό Σου· δέν ἔχω τίποτε ἄλλο».

Τόσο πολύ μέ συγκλόνισε τό παράδειγμα αὐτῆς τῆς γυναίκας, πού εἶπα: Ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως πόσους θά κρίνει ἡ γριούλα αὐτή ἀπό ἐμᾶς τούς κληρικούς, πού πολλές φορές βάζουμε φαρδύ - πλατύ τό ὄνομά μας καί γράφουμε «τό τέμπλο ἤ ὁ Ναός ἐγένετο ἐπί τάδε, ἐπί τάδε, ἐπί τάδε» καί ἀπό κάτω ἀρχίζουν οἱ λίστες τῶν δωρητῶν. Αὐτή ἡ ἁπλή γυναίκα, χωρίς νά ἔχει προχωρήσει πολύ πνευματικά, ἔκανε μία τέτοια σκέψη, τήν ὁποία οὔτε ἐμεῖς οἱ τάχα προηγμένοι πνευματικῶς δέν κάνουμε. Κολακευόμεθα νά γίνεται γνωστό, ὅτι δώσαμε αὐτό ἤ ἐκεῖνο ἤ τό ἄλλο. Ἐπαναλαμβάνω, μερικές τέτοιες ψυχοῦλες, καθαρές ψυχές, «ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος», τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως θά μᾶς κρίνουν!


Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

"Αν ένας δεν ζει κοσμικά, τον κοροϊδεύουν."




- Γέροντα, μερικοί λένε: “Μήπως μόνο σήμερα αμαρτάνει ο κόσμος; Και στην Ρώμη παλιά τι γινόταν!…”

- Μα στην Ρώμη ήταν ειδωλολάτρες στο κάτω-κάτω. Και αυτά που λέει ο Απόστολος Παύλος (1) ήταν για τους ειδωλολάτρες που είχαν βαπτισθή, αλλά είχαν κακές συνήθειες. Να μην παίρνουμε για παράδειγμα τον ξεπεσμό από κάθε εποχή. Σήμερα την αμαρτία την έκαναν μόδα. Βλέπεις, ορθόδοξο έθνος εμείς και πώς είμαστε! Πόσο μάλλον οι άλλοι! Και το κακό είναι που οι σημερινοί άνθρωποι, επειδή η αμαρτία έχει γίνει μόδα, αν δουν έναν να μην ακολουθή το ρεύμα της εποχής, να μην αμαρτάνη, να είναι λίγο ευλαβείς, τον λένε καθυστερημένο, οπισθοδρομικό.

Αυτοί οι άνθρωποι το να μην αμαρτάνουν το θεωρούν προσβολή και την αμαρτία την θεωρούν πρόοδο. Αυτό είναι το χειρότερο από όλα. Αν οι σημερινοί άνθρωποι που ζουν στην αμαρτία τουλάχιστον το αναγνώριζαν, θα τους ελεούσε ο Θεός, Αλλά δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα και εγκωμιάζουν την αμαρτία. Αυτό είναι και η μεγαλύτερη βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, την αμαρτία να την θεωρούν πρόοδο και το ηθικό να το λένε κατεστημένο. Γι’ αυτό έχουν μεγάλο μισθό, μεγάλη αξία, αυτοί που αγωνίζονται στον κόσμο και διατηρούν καθαρή ζωή.

Παλιά, αν ένας ήταν διεστραμμένος ή μέθυσος, ντρεπόταν να βγη στην αγορά, γιατί θα τον περιφρονούσαν. Η μια, αν ήταν λιγάκι παραστρατημένη, δεν τολμούσε να βγη έξω. Και ήταν κατά κάποιο τρόπο αυτό ένα φρένο. Σήμερα, αν είναι ένας σωστός, μια κοπέλα λ.χ. αν ζη με ευλάβεια, λένε: “Βρε, πού ζη αυτή!” Αλλά και γενικά, αν οι κοσμικοί έκαναν μια αμαρτία, οι καημένοι, αισθάνονταν την αμαρτωλότητά τους, έσκυβαν και λίγο το κεφαλάκι τους και δεν ειρωνεύονταν έναν που ζούσε πνευματικά, αντίθετα τον καμάρωναν.

Τώρα ούτε ενοχή αισθάνονται ούτε σεβασμός υπάρχει. Τα ισοπέδωσαν όλα. Αν ένας δεν ζη κοσμικά, τον κοροϊδεύουν.

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Α΄ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ)

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

Άγχος! Να θυμάσαι να αφήνεις το ποτήρι κάτω



Μία ψυχολόγος περπατούσε ανάμεσα στο κοινό της όση ώρα τους μιλούσε για την διαχείριση του άγχους. Την στιγμή που ύψωσε ένα ποτήρι με νερό, όλοι σκέφτηκαν ότι θα έκανε την κλασική ερώτηση "είναι μισογεμάτο ή μισοάδειο;".
Αντί για αυτό όμως, εκείνη, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο της, έκανε την ερώτηση: "Πόσο βαρύ είναι ένα ποτήρι με νερό;"
Διάφορες απαντήσεις ακούστηκαν με διακύμανση από 100 ως 300 γραμμάρια .
Εκείνη απάντησε: "Το απόλυτο βάρος του δεν έχει σημασία. Εξαρτάται από το πόση ώρα το κρατάμε. Αν το κρατήσω για ένα λεπτό, δεν είναι πρόβλημα. Αν το κρατήσω για μία ώρα, θα μου πονέσει ο ώμος. Αν το κρατήσω για μία ημέρα, θα μουδιάσει ο ώμος μου και θα παραλύσω.
Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του ποτηριού δεν αλλάζει, αλλά όσο περισσότερο το κρατήσω τόσο πιο βαρύ θα γίνεται."
Και συνέχισε: "Τα άγχη και οι ανησυχίες στη ζωή είναι ακριβώς όπως αυτό το ποτήρι νερό. Αν τα σκέφτεστε λίγο δεν θα συμβεί τίποτε. Αν τα σκέφτεστε κάπως παραπάνω, θα αρχίζουν να σας ενοχλούν. Και αν τα σκέφτεστε συνεχώς, θα αισθανθείτε παράλυτοι - ανίκανοι να κάνετε οτιδήποτε".
 Να θυμάσαι να αφήνεις το ποτήρι κάτω.
Υ.Γ. Εμείς θα λέγαμε να αφήσεις το ποτήρι κάτω και να πιάσεις το κομποσκοίνι, να αφήσεις τη ζωή σου στα χέρια του Θεού! 

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Υπομονή

Ὑπομονή
(ἀγνώστου ποιητοῦ)
Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν,
ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν
καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ
καὶ ἀκολουθείτω μοι. (Ματθ. ιστ´ 24)
* * *

Πρὶν σοῦ στείλει ὁ Θεὸς τὸν σταυρὸ ποὺ σηκώνεις,
τὸν κοίταξε μὲ τὰ πάνσοφα μάτια Του,
τὸν ἐξέτασε μὲ τὴ θεία λογική Του,
ἐξέλεξε μὲ τὴν ἀτελείωτη δικαιοσύνη Του,
τὸν θέρμανε στὴ γεμάτη ἀγάπη καρδιά Του,
τὸν ζύγισε καλὰ μὲ τὰ στοργικά Του χέρια ,
μὴ τυχὸν καὶ πέσει βαρύτερος
ἀπ᾿ ὅσο μπορεῖς νὰ σηκώσεις,
καὶ ἀφοῦ ὑπελόγισε τὸ θάρρος σου
τὸν εὐλόγησε καὶ τὸν ἀπέθεσε στοὺς ὤμους σου.
Μπορεῖς νὰ τὸν σηκώσεις, κράτησέ τον καὶ ἀνέβαινε
ἀπὸ τὸ Γολγοθᾶ πρὸς τὴν Ἀνάσταση. Ἀμήν.

* * *

Ὑπομονὴ θὰ πῇ:
Νὰ πονᾷς ἀλλὰ νὰ μὴν καταβάλλεσαι

Νὰ πονᾷς ἀλλὰ νὰ μὴν παραφέρεσαι

Νὰ πονᾷς ἀλλὰ νὰ μὴν μεμψιμοιρῇς

Νὰ πονᾷς ἀλλὰ νὰ μὴν γκρινιάζῃς

Νὰ πονᾷς ἀλλὰ νὰ μὴ γίνεσαι ἀντικοινωνικός

Νὰ πονᾷς ἀλλὰ νὰ μὴ γίνεσαι πρόβλημα στοὺς γύρω

Νὰ πονᾷς ἀλλὰ νὰ μένεις ὁλόθρος

Νὰ πονᾷς ἀλλὰ νὰ προσφέρῃς

Νὰ πονᾷς ἀλλὰ νὰ χαμογελᾶς

Νὰ πονᾷς ἀλλὰ νὰ προσεύχεσαι

Νὰ πονᾷς ἀλλὰ νὰ δοξολογῇς

* * *

δι᾿ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν
ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν
καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν... (Ἑβρ. ιβ´ 1-2)

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

Το Νερό Του Θεού και το νερό του διαβόλου.


~ Ένας ιερέας μετά την ακολουθία του Αγιασμού την ημέρα των Θεοφανείων, μοίραζε τον Μεγάλο Αγιασμό γεμίζοντας τα μπουκάλια των ενοριτών.

Μία κυρία τον πλησιάζει και του δίνει ένα όμορφο μπουκάλι. Μόλις ο ιερέας έβαλε μέσα αγιασμό, το μπουκάλι αμέσως έσπασε και έγινε θρύψαλα.

Σαστισμένος ο ιερέας ρώτησε:

-Κυρία μου τι συμβαίνει με αυτό το μπουκάλι; Τι είχε προηγουμένως μέσα;

Εκείνη κατέβασε ντροπιασμένη το κεφάλι της και του είπε:

-Πάτερ συμπαθούσα ένα παλληκάρι. Και ήθελα να το παντρέψω με την κόρη μου. Για να το πετύχω πήγα σε μια μάγισσα και πήρα το «νερό της αγάπης», όπως μου είπε.

Φοβόμουνα όμως να το δώσω στην κόρη μου να το πιεί. Και σκέφθηκα να το ανακατέψβ με αγιασμό…:

Της λέει ο παπάς:

-Το βλέπεις; Δεν χωρούν σε ένα μπουκάλι το νερό του Θεού και το νερό του διαβόλου. Γι΄αυτό έγινε το μπουκάλι σου κομμάτια. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή.

Ό,τι θέλουμε πρέπει να το ζητάμε μόνο από τον Θεό-Πατέρα και εκείνος αν είναι για το καλό μας μας το δίνει.

ΠΗΓΗ. Άνθη Αγίας Ρωσίας-Μανώλη Μελινού, Διασκευή κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.