Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αληθινές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αληθινές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Ο Άγιος Παντελεήμων και ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς


~Κατ’ αρχήν ο Άγιος Νικόλας Πλανάς έγινε εφημέριος εις τον Άγιον Παντελεήμονα, εις τον Νέον Κόσμον. Η ενορία του απηρτίζετο από… 13 οικογένειας.

Εις το διάστημα της εφημερίας του, τον επεσκέφθη ένας ιερεύς άνευ ενορίας, τον παρεκάλεσε να συλλειτουργήσουν, και αυτός ως καλός και αγαθός τον εδέχθη ολοψύχως. Αυτός όμως ο ιερεύς τα συνεφώνησε με τούς τότε επιτρόπους της εκκλησίας του Αγίου Παντελεήμονος, τον έδιωξαν και τον έστειλαν εις την εκκλησίαν τού Αγίου Ιωάννου της οδού Βουλιαγμένης (τον «Κυνηγόν», ως τον έλεγαν τότε).

Η ενορία της εκκλησίας αυτής απηρτίζετο από… οχτώ οικογενείας! Και η πληρωμή τού ιερέως ήτανε ένα κομμάτι κρέας από το μανάρι των Απόκρεω ή των Χριστουγέννων. Αυτό δεν τον πείραζε, είχε κεφάλαιον την νηστείαν. Αρκεί να είχε εκκλησία να λειτουργή.

Αυτός ο διωγμός από την εκκλησία τού Αγίου Παντελεήμονος τού έφερε μεγάλο ψυχικό πόνο. Μια βραδιά, φεύγοντας από τον Άγιο Ιωάννη για να πάη στο σπίτι του, έκλαιγε στο δρόμο. Έρημος ο τόπος τότε.

Βλέπει άξαφνα στο δρόμο ένα νεαρό παλληκάρι και τού λέγει:

~ Τι κλαις, πάτερ μου;

~ Κλαίω, παιδί μου, γιατί με διώξανε από τον Άγιο Παντελεήμονα.

~ Μη λυπείσαι, πάτερ μου, και εγώ είμαι πάντοτε μαζί σου.

Τού λέγει:

~ Ποιος είσαι συ, παιδί μου;

~ Εγώ, τού λέγει, είμαι ο Παντελεήμων, πού μένω στον Νέο Κόσμο- και τον έχασε αμέσως από εμπρός του. Αυτήν την οπτασίαν την διηγείτο ο ίδιος επί λέξει εις μίαν κόρη της συνοδείας του.

~Πάντοτε την παραμονή του Αγίου Παντελεήμονος, ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς, τελούσε Αγρυπνία στον ιερό ναό του στον Ιλισσό. Μια χρονιά όμως ήταν άρρωστος με υψηλό πυρετό. Οι δικοί του τον απέτρεπαν να πάει για την Αγρυπνία. Εκείνος φλεγόταν από αγάπη προς τον Άγιο. Και πήγε. Όπως έλεγε αργότερα, τη νύχτα, μετά τη Λιτή ακούμπησε, εξαντλημένος από τον πυρετό, στην άκρη της Αγίας Τραπέζης. Και βλέπει εμπρός του τον Άγιο «να κρατά ένα μικρό ποτήρι γεμάτο φάρμακο» και του λέει:

~ «Πιέτο, πάτερ μου, να γίνης καλά».

Το πήρε, το ήπιε, έφυγε ο πυρετός, έγινε τελείως καλά. Και έλεγε:

~ «Επί μίαν εβδομάδα είχα τη γλύκα στο λάρυγγά μου… Το θεώρησα αμαρτία και αγνωμοσύνη να μη το ειπώ…».

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Μοναχός Θωμάς Αγιοπαυλίτης


 «Γερο-Θωμά, πή­γαινε σε παρακαλώ κάτω στο οστεοφυλάκιο να ειπείς στα κόκκαλα εκεί των πατέρων το “Χριστός Ανέστη”»

Απλά και ταπεινά γεροντάκια που βιώνανε τα υπερφυσικά θαύματα στην ζωή τους σαν κάτι το συνηθισμένο και το καθημερινό…!

Μοναχός Θωμάς Αγιοπαυλίτης (1881 – 8 Φεβρουαρίου 1949)

~ Γεννήθηκε στην Τρίπολη της Τραπεζούντος το έτος 1881, ο κατά κόσμον Θεόδωρος Σιδερίδης.

Πάντοτε διακρινόταν μεταξύ των αδελφών της ιεράς μονής Αγίου Παύλου για την αγαθότητα, την απλότητα, την πίστη και την πρόθυμη υπακοή του. Προσήλθε στη μονή το 1934 κι εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός το 1935.

Το Πάσχα του 1936, κατά την έξοδο των πατέρων στον αύλειο χώρο της μονής, για να κάνουν Ανάσταση, ο ηγούμενος Σεραφείμ (†1960), μετά

το «Χριστός Ανέστη», είπε στον μοναχό Θωμά: «Γερο-Θωμά, πή­γαινε σε παρακαλώ κάτω στο οστεοφυλάκιο να ειπείς στα κόκκαλα εκεί των πατέρων το “Χριστός Ανέστη”».

Πρόθυμος, δίχως δεύτερο λογισμό, έτρεξε να κάνει πράξη τον λόγο του Γέροντος. Απευθυνόμενος στα οστά είπε μεγαλόφωνα:

«Ο ηγούμενος μ’ έστειλε να σας ειπώ το “Χριστός Ανέστη”, πατέρες και αδελφοί».

Τότε τα οστά έτριξαν και μία κάρα σηκώθηκε έως ένα μέτρο ψηλά και απάντησε δυνατά:

«Αληθώς Ανέστη ο Κύριος».

Ο π. Θωμάς θεώρησε φυσικό το γεγονός και ότι έτσι πάντοτε γινόταν.

Άλλοτε πάλι ο ίδιος μοναχός, ενώ ήταν εντελώς άπειρος, λόγω απουσίας του υπεύθυνου μοναχού, έλαβε εντολή να παρασκευάσει τη ζύμη για το ψωμί της μονής. Αδαής και αδύναμος προσευχόταν στην Πανα­γία να τον φωτίσει τι να κάνει. Σε λίγο, σαν υπνωτισμένος, βλέπει μία μαυροφόρα γυναίκα να ετοιμάζει το προζύμι, να πλάθει τα ψωμιά και να τα φουρνίζει. Κατάλαβε ότι ήταν η παρουσία και προστασία της ίδιας της Υπεραγίας Θεοτόκου. Οι πατέρες δεν είχαν ξαναφάει τέτοιο ψωμί. Η γλυκύτητά του τους έμεινε αλησμόνητη για χρόνια. Ο Γέρο­ντας Θωμάς λόγω της μακαρίας απλότητός του και της μεγάλης του ταπεινώσεως διάβηκε τη μοναχική του ζωή μέσα σ’ ένα συνεχές θαύμα.

Ο ηγούμενος Σεραφείμ διηγείτο για το πόσο χαριτωμένη ψυχή ήταν.

Ηλθε μεγάλος, 53 ετών. Πριν έλθει περιήλθε τις αγιορειτικές μονές, αλλά λόγω της ηλικίας του δεν τον κρατούσαν. Ο ίδιος, προσκυνώντας τις εικόνες του τέμπλου της κάθε μονής, άκουγε από την εικόνα της Παναγίας: «Όχι εδώ· στο παραπέρα μοναστήρι». Στη μονή του Αγίου Παύλου, η εικόνα της Παναγίας του είπε: «Εδώ»!

Ο θεομητροκίνητος αυτός μοναχός ανεπαύθη εν Κυρίω στις 8.2.1949 για να συναντήσει την Έφορο του Αγίου Όρους, την Αειπάρθενο Θεο­τόκο, τη Μυροβλύτισσα Παναγία, την Αγιοπαυλίτισσα.


Πηγές – Βιβλιογραφία:

Ανδρέου Αγιορείτου μοναχού, Γεροντικό του Αγίου Όρους, τ. Α’, Αθήναι 1979, σσ. 40-41, τ. Β’, Αθήναι 1981, σσ. 31-32. Χρυσοστόμου Ροδοστόλου επισκόπου, Θεομη­τορικά και εξόδια στον Άθωνα, Άγιον Όρος 2005, σσ. 414-417.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό, τ. Α΄, εκδ. Μυγδονία σ. 435-436

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Η εβδομάδα της σιωπής.


Σε ένα μοναστήρι, λίγο πριν από την Κυριακή των Βαΐων, ένας νέος μοναχός ρώτησε τον γέροντα:

Γέροντα, γιατί λένε ότι αυτή η εβδομάδα είναι βουβή;

Ο γέροντας τον πήρε και τον οδήγησε στον κήπο. Εκεί υπήρχε ένα δέντρο γεμάτο μπουμπούκια.

Τι βλέπεις; τον ρώτησε.

Βλέπω μπουμπούκια που ετοιμάζονται να ανθίσουν.

Ο γέροντας χαμογέλασε.

Ακούς κάποιο θόρυβο όταν ανοίγουν;

Όχι.

Κι όμως, εκείνη τη στιγμή γίνεται το μεγαλύτερο θαύμα της φύσης. Το λουλούδι γεννιέται μέσα στη σιωπή.

Έπειτα ο γέροντας του είπε:

Έτσι είναι και αυτή η εβδομάδα πριν από τα Βάγια. Η Εκκλησία σωπαίνει λίγο περισσότερο, γιατί κάτι μεγάλο ετοιμάζεται να ανθίσει.

Ο νέος τον ρώτησε:

Και τι ανθίζει;

Ο γέροντας απάντησε:

Η καρδιά του ανθρώπου που ετοιμάζεται να συναντήσει το Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού.

Και πρόσθεσε:

Αν γεμίσουμε αυτές τις μέρες με θόρυβο, δεν θα ακούσουμε τίποτα.

Αν όμως αφήσουμε λίγη σιωπή μέσα μας, τότε θα καταλάβουμε γιατί η Εκκλησία μας οδηγεί σιγά - σιγά προς τα Βάγια και τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Αυτή η εβδομάδα είναι σαν ανάσα πριν από τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας.

Είναι χρόνος για:

περισσότερη προσευχή

λιγότερα λόγια περισσότερη μετάνοια περισσότερη ειρήνη στην καρδιά

Γιατί η Ανάσταση δεν προετοιμάζεται με φασαρία, αλλά με σιωπή.


Πηγη: Εκ της συντακτικής ομάδας του Ἱ.Ν Αγ. Κωνσταντίνου Κολωνού.

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Το ζύμωμα που γινόταν προσευχή

 


Σε ένα μικρό χωριό, κάτω από τον ίσκιο ενός παλιού ναού αφιερωμένου στον Άγιο Νικόλαο, ζούσε μια γερόντισσα, η κυρά-Μαρία. Κάθε Σάββατο βράδυ ζύμωνε το πρόσφορο για την Θεία Λειτουργία της Κυριακής. Δεν είχε σπουδάσει θεολογία όμως είχε μάθει να θεολογεί με τα χέρια της.

Ένα απόγευμα την πλησίασε ο εγγονός της και τη ρώτησε: «Γιαγιά, γιατί κάνεις τον σταυρό πάνω στο αλεύρι πριν αρχίσεις;»

Εκείνη χαμογέλασε. «Γιατί, παιδί μου, χωρίς τον Χριστό ούτε το ψωμί δεν γίνεται Σώμα. Όλα αρχίζουν με ευλογία».

Το αλεύρι : η καρδιά που συντρίβεται

Πήρε το αλεύρι και το άπλωσε στο σκαφίδι.

«Βλέπεις; Το σιτάρι πρώτα αλέθεται. Συντρίβεται. Έτσι και η καρδιά του ανθρώπου. Αν δεν ταπεινωθεί, αν δεν σπάσει ο εγωισμός της, δεν μπορεί να γίνει πρόσφορο στον Θεό».

Το παιδί κοίταξε το σύννεφο της σκόνης που ανέβαινε. Η γιαγιά συνέχισε: «Η ταπείνωση είναι το πρώτο ζύμωμα της ψυχής».

Το νερό : η Χάρις

Πρόσθεσε χλιαρό νερό.

«Το νερό είναι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος. Μόνο με τον κόπο μας δεν γίνεται τίποτα. 

Το αλεύρι μόνο του μένει σκόνη. Η Χάρις το ενώνει, το μαλακώνει, του δίνει ζωή».

Το παιδί άγγιξε τη ζύμη. «Και γιατί είναι χλιαρό;»

«Γιατί ούτε η παγωμένη καρδιά ούτε η χλιαρή πίστη καρποφορούν. Θέλει ζεστασιά, αλλά όχι βιασύνη».

Το ζύμωμα :ο αγώνας

Άρχισε να ζυμώνει με δύναμη.

«Τώρα αρχίζει ο αγώνας. Η ζύμη αντιστέκεται. Κολλάει. Σκληραίνει. Όπως κι εμείς όταν ο Θεός μάς πλάθει μέσα από δυσκολίες. Αν σταματήσω τώρα, δεν θα φουσκώσει ποτέ σωστά».

«Ο κόπος γίνεται προσευχή. Κάθε πίεση είναι ένα "Κύριε ελέησον"».

Η σφραγίδα :ο Χριστός στο κέντρο

Όταν η ζύμη ήταν έτοιμη, πήρε τη σφραγίδα και την πίεσε στο κέντρο.

«Να θυμάσαι αυτό: Στο πρόσφορο μπαίνει η σφραγίδα ΙΣ ΧΣ ΝΙ ΚΑ. Στο κέντρο πρέπει να είναι ο Χριστός. Αν Τον βάλεις στην άκρη της ζωής σου, η ζωή σου δεν γίνεται Λειτουργία».

Το παιδί έσκυψε με σεβασμό.

Η αναμονή :η υπομονή

Το σκέπασε και το άφησε να φουσκώσει.

«Τώρα δεν κάνουμε τίποτα. Περιμένουμε. Όπως περιμένουμε τις απαντήσεις του Θεού. Η υπομονή είναι μισή αρετή».

Η προσφορά:

Την επόμενη μέρα, μέσα στην Θεία Λειτουργία, ο ιερέας ύψωσε το πρόσφορο.

Η γιαγιά ψιθύρισε: «Κύριε, όπως αυτό το ψωμί έγινε Σώμα Σου, κάνε και την καρδιά μου Σου κατοικητήριο».

Το παιδί κατάλαβε τότε ότι το ζύμωμα δεν ήταν μαγειρική. Ήταν μυστήριο.

Και από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που έβλεπε αλεύρι, θυμόταν: Για να γίνει ο άνθρωπος πρόσφορο στον Θεό, πρέπει πρώτα να ζυμωθεί με ταπείνωση, να ποτιστεί με Χάρη, να σφραγιστεί με τον Χριστό και να προσφερθεί ολόκληρος.

🌻

π.Αθανασιος Μπουζετος

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Ευλογημένα δάκρυα

 


Με δάκρυα γεννώνται οι αρετές και δι’ αυτών δίνεται άφεση

ΑΝ ΠΕΣΑΜΕ ποτέ σε σαρκική αμαρτία, έλεγε στους μαθητές του ο Αββάς Μωυσής, ας μετανοήσουμε κι ας πενθήσουμε τώρα, προτού μας προλάβει το πένθος της φοβερής καταδίκης μας.

ΑΛΛΟΤΕ πάλι έλεγε:

- Με δάκρυα γεννώνται οι αρετές και δι’ αυτών δίνεται άφεση. Αλλά όταν κλαίμε, δεν πρέπει να υψώνουμε την φωνή του στεναγμού μας, για να μην ακουγόμαστε από άλλους. Ας μην γνωρίζει η αριστερά μας, δηλαδή η κενοδοξία, τί κανει η δεξιά μας, η λύπη της καρδιάς.

ΣΕ ΑΔΕΛΦΟ που τον ρώτησε τί να κανει όταν έχει πειρασμούς ή πονηρούς λογισμούς στην διάνοια, ο ίδιος Γέροντας αποκρίθηκε:

-Τρέξε κλαίγοντας στην αγαθότητα του Θεού και φώναξε με όλη την δύναμη της ψυχής σου, ζητώντας βοήθεια. Ο Θεός είναι κοντά σ’ εκείνους που Τον επικαλούνται, μας λέει η Αγία Γραφή.

(Γεροντικό, Σταλαγματιές από την Πατερική Σοφία, Θεοδώρας Χαμπάκη, Εκδόσεις Ορθοδόξου Χριστιανικής αδελφότητας "ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ", σελ.245)

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Χριστουγεννιάτικες εμπειρίες του κύρ Φ.Κόντογλου.

 


Τότε πού ήμουνα σε μικρή ηλικία, περνούσα με τους δικούς μου τίς γιορτές απάνω σ'ένα θαλασσοδαρμένο βουνό, στην Αγιά Παρασκευή.

Τίς περισσότερες ώρες πήγαινα καί καθόμου­να μέσα στη μικρή ευωδιασμένη εκκλησιά, όχι μο­ναχά κατά τίς ακολουθίες, αλλά καί την ώρα πού δεν ήτανε μέσα κανένας άλλος, παρεκτός από μέ­να. Διάβαζα τ'αρχαία τροπάρια, καί βρισκόμουνα σε μια κατάσταση πού δεν μπορώ να τη μεταδώσω στον άλλον. 

Προ πάντων ό Ιαμβικός Κανόνας «"Ε­σωσε λαόν», με κείνες τίς παράξενες καί μυστη­ριώδεις λέξεις, μ' έκανε να θαρρώ πώς βρίσκουμαι στίς πρώτες μέρες της δημιουργίας, όπως ήτανε πρωτόγονη ή φύση πού μ' έζωνε, ό θεόρατος βρά­χος πού κρεμότανε απάνω από τη μικρή εκκλησιά, ή θάλασσα, τ' άγρια δέντρα καί τα χορτάρια, οι κα­θαρές πέτρες, τα ρημονήσια πού φαινόντανε πέρα στο πέλαγο, ό παγωμένος βοριάς πού φυσούσε κ' έκανε να φαίνουνται όλα κατακάθαρα,τ'αρνιά πού βελάζανε,οί τσομπάνηδες ντυμένοι με προβιές,τ' άστρα πού λάμπανε σαν παγωμένες δροσοσταλί­δες τη νύχτα!

Όλα τα 'βλεπα μέσ' από τους χριστουγεννιά­τικους ύμνους, μέσ' από εκείνα τα αποκαλυπτι­κά λόγια.

Αλίμονο! Ο Χριστός κατάργησε την προπατο­ρική αμαρτία,πού είχε κάνει τον κόσμο άγριο καί τρελλόν από τη σαρκική ακολασία, ανοίγοντας τη θύρα της λύτρωσης σε όσους θέλουνε να σω­θούνε. Μα για κείνους πού δεν ακούνε τα λόγια του καί δεν νοιάζουνται για τη σωτηρία της ψυχής τους, ή θύρα αυτή της ευσπλαχνίας είναι καί απο­μένει κλειστεί στον αιώνα.

Σήμερα ό κόσμος είναι πάλι «αφηνιασμένος» καί βουτηγμένος μέσα στην άγριωπή αμαρτία πού είναι γεμάτη υπερηφάνεια, τρελλαμένη από τον οίστρο της ακολασίας, όπως ήτανε τον καιρό πού γεννήθηκε ό Κύριος καί Λυτρωτής μας καί ακόμα περισσότερο.

Γι'αυτό, είναι καλότυχοι όσοι έχουνε μέσα στην καρδιά τους τον Χριστό.Καλότυχοι όσοι κόψανε κάθε ελπίδα από τούτον τον «άγριωπόν» καί κατάμαυρον κόσμο, καί πήγανε κοντά στον Χριστό πού κείτεται στη φάτνη, μαζί με το αθώο βόδι καί το ήμερο γαιδουράκι. Σ' αυτούς τους λίγους καί τους καταφρονεμένους δόθηκε ή βασιλεία.

Λοιπόν, ας ευχαριστηθούνε τον Κύριο με χα­ροποιά δάκρυα κι ας ψάλλουνε με γλυκόφωνα στό­ματα τον έπινίκειον ύμνο:

«Ω έθνη, πού είσαστε πριν βουτηγμένα στη φθορά καί στον θάνατο, καί πού ξεφύγατε ολότε­λα από την καταστροφή του πονηρού διαβόλου, υψώσετε τα χέρια σας με χαρά κοί με αγαλλίαση, λατρεύοντας μοναχά τον Χριστό, τον ευεργέτη σας, πού ήρθε στον κόσμο μας από συμπόνεση, για να μας σώσει».


Από το βιβλίο''ΤΟ ΑΙΒΑΛΙ. Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ'', εκδ. «Αστήρ»

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

Τα Τρία Κλειδιά της Ομιλίας


Κάποτε ένας νεαρός μαθητής πλησίασε τον Δάσκαλό του γεμάτος ενθουσιασμό:

- Δάσκαλε, πρέπει να σου πω κάτι για τον συμμαθητή μου!

Ο Δάσκαλος τον κοίταξε ήρεμα και του είπε:

- Πριν μιλήσεις, παιδί μου, ξεκλείδωσε τα λόγια σου με τα τρία κλειδιά.

- Ποια κλειδιά; ρώτησε ο μαθητής απορημένος.

-Το πρώτο είναι το κλειδί της αλήθειας. Είσαι σίγουρος πως αυτό που θα πεις είναι απολύτως αληθινό;

-Δεν είμαι βέβαιος… το άκουσα από άλλους.

-Τότε δοκίμασε το δεύτερο, είπε ο Δάσκαλος. Είναι το κλειδί της καλοσύνης. Τα λόγια σου φέρνουν αγάπη ή πληγώνουν;

-Νομίζω… μάλλον θα πληγώσουν.

-Υπάρχει και το τρίτο κλειδί, το κλειδί της ωφέλειας. Θα ωφεληθεί κάποιος αν τα πεις αυτά;

-Ίσως όχι, παραδέχτηκε ο μαθητής.

Ο Δάσκαλος χαμογέλασε:

Τότε κράτησε το στόμα σου κλειδωμένο. Μερικές φορές, η σιωπή είναι το πιο σοφό κλειδί απ’ όλα!!!

🌻

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2025

Τα σπουργίτια του δεκαπενταυγούστου



Ήταν ένα ζεστό καλοκαιριάτικο μεσημέρι του Ιούνη του 2019 . Είπα να πάω να δω λίγο τη μάνα μου. Την είδα να κρατά ένα δισκάκι με δυο φέτες βρεγμένο ψωμί. Προχωρούσε αργά με μικρά βήματα στην αυλή του σπιτιού μας . Απίθωσε με τρεμάμενα χέρια το ψωμί στον φούρνο. Μα τι έκανε ;

Απρόσμενα ένα σμήνος σπουργίτια κατέβηκαν από το πουθενά κι άρχισαν χαρούμενα να τσιμπολογούν τα βρεγμένα ψιχουλάκια . Τραγουδούσαν , πετάριζαν με τα μικρά τους φτεράκια, χοροπηδούσαν εδώ κι εκεί . Ήταν ένα πανέμορφο θέαμα . Φιλονικούσαν , σπρώχνονταν να χωρέσουν στη στέγη του φούρνου , κελαηδούσαν μες την τρελή χαρά. Ήταν τρισευτυχισμένα .

-Τα καημένα σχολίασε η γριά μάνα μου . Εδώ και χρόνια , τα ταΐζω κάθε μεσημέρι . Πεινούν κι αυτά . Δεν βρίσκουν εύκολα φαγητό. Κοίταξέ τα για λίγα ψίχουλα πόση χαρά νιώθουν, άκου τι ωραία κελαηδούν , ευχαριστούν τον Θεό για το λιγοστό ψωμάκι , δοξολογούν τον Πλάστη τους …

Έμεινα άφωνη να τα κοιτάζω . Την μάνα μου την καλόψυχη , την σπλαχνική , που συμπόνεσε ακόμη και τα σπουργίτια. Εγώ δεν σκέφτηκα ποτέ να ταΐσω τα σπουργίτια και μάλιστα επί σταθερής βάσης . Ναι, να φροντίσουμε αδέσποτα σκυλιά γατιά , λίγα ψίχουλα τον χειμώνα , αλλά κάτι τέτοιο δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου . Σκέφτηκα για πολλοστή φορά ότι την αξιοσύνη της μάνας μας δεν μπορέσαμε να την φτάσουμε ποτέ κανένα της παιδί …

Τα σπουργίτια συνέχισαν τον χορό και το τραγούδι στον φούρνο της μικρής μας αυλής, που χώρεσε αλήθεια τόσες όμορφες στιγμές, τόσες οικογενειακές χαρές ! Τώρα τα πουλιά πέταξαν μακριά απ΄ τη φωλιά , έκτισαν τις δικές τους φωλιές . Όμως το τραγούδι δεν σταμάτησε ποτέ , γιατί τώρα το πατρικό μου σπίτι φιλοξενεί άλλα πουλιά, τα σπουργίτια της γειτονιάς !

Παρατήρησα ένα σπουργίτι. Στεκόταν φρουρός στα κεραμίδια του σπιτιού, καθώς τα άλλα σπουργιτάκια γλεντούσαν τρώγοντας . Κοίτα τώρα σοφία και οργάνωση αν και πουλιά , σκέφτηκα , έχουν και φρουρό ασφαλείας !

Είπα στα εγγόνια μου , το και το.

– Να πάμε να τα γυρίσω βίντεο , είπε ένας εγγονός μου.

Χαμογέλασα. Άλλη γενιά, άλλα έθιμα . Να πάμε μια μέρα …Οι μέρες πέρασαν , σβήστηκαν στο πέρασμα του χρόνου .

Αρχές Αυγούστου η μάνα μας αρρώστησε . Βεβαίως θυμηθήκαμε τα σπουργίτια της . Επί το έργον. Το καθήκον μας καλεί . Έτσι ακριβώς όπως έκανε κι εκείνη πριν πέσει στο κρεβάτι. Βάλαμε ψωμί στον φούρνο ξανά και ξανά … και πάλι και αύριο και μεθαύριο…όμως τα σπουργίτια δεν ματαφάνηκαν. Τα περιμέναμε . Λέγαμε . Σήμερα δεν μπορεί , θα έρθουν να φάνε . Έχει τόσες μέρες που…

Στις 11 Αυγούστου η μάνα μας ζήτησε να την καθίσουμε λίγο στην αυλή. Καθίσαμε τα αδέλφια δίπλα της . Όπως τον παλιό καλό καιρό που καθόμασταν παιδάκια στην ποδιά της να μας πει παραμύθια . Θυμηθήκαμε τα σπουργίτια . Σχολιάσαμε : Ακόμη και τα σπουργίτια κατάλαβαν ότι η μαστόρισσα τους αρρώστησε γιατί δεν έρχονται πια , αν και καθημερινά βάζουμε ψωμί.

Η μάνα μας κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της .

– Όχι, δεν είναι γι αυτό που δεν έρχονται, λάθος κάνετε .

-Εμ γιατί;

=Είναι δεκαπενταύγουστος , μεγάλη νηστεία. Τα σπουργίτια δεν τρώνε …

-Έλα ρε μάνα τώρα που… Γελάσαμε αυθόρμητα . Απίστευτα πράγματα. Τι λες τώρα;

-Σωστά σας λέω . Έτσι είναι . Τα σπουργίτια νηστεύουν.

-Έλα τώρα ρε μάνα , αντέτεινα , πώς ξέρουν τώρα τα πουλιά ότι είναι δεκαπενταύγουστος και θα πρέπει να νηστέψουν;

-Είναι πολύ έξυπνα πουλιά , έχουν χάρισμα από τον Θεό.

Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο χαμογελώντας, ως συνένοχοι. Ναι τώρα που…

Η μάνα μας κατάλαβε τη σκέψη μας . Πω πω.

-Να σας το αποδείξω για να πειστείτε .

Ξαναγέλασα. Θυμήθηκα τα Μαθηματικά στο Δημοτικό της γενιάς μου , στο Δημόσιο σχολείο της αριστείας , που στην Τρίτη Δημοτικού μας μάθαιναν αυτή την βασική αρχή : Τα δεδομένα, το ζητούμενο, η απόδειξη . Να τώρα η μάνα μου που μόνη της θέτει επί τάπητος την απόδειξη.

Ήλθε ακόμη στο μυαλό μου μια χρονιά, που όντας νεαρή δασκάλα πήγα στο χωριό καταγωγής της μάνας μου να δουλέψω στις εκλογές. Με πλησίασε ο μουκτάρης του χωριού , παλιός συμμαθητής της μάνας μου . Μου τόνισε πόσο έξυπνη μαθήτρια ήταν ειδικά στα Μαθηματικά . Τόσο, που πηδώντας από τάξη σε τάξη , σε τρία χρόνια τελείωσε την Ε΄ Δημοτικού ! Ήταν οι χρυσοί καιροί που τα προικισμένα παιδιά άνοιγαν τον δρόμο ! Και τότε , ο παππούς την έβγαλε από το σχολείο , για να βοηθά στα χωράφια . Τρεις μήνες τον θερμοπαρακαλούσε ο δάσκαλος να στείλει το παιδί πίσω στο σχολείο… Η μάνα μας, ποτέ δεν μας είπε αυτή την ιστορία .

Να την τώρα τη μάνα μας με το τετράγωνο μυαλό που θα μας το αποδείξει κιόλας . Χαμογελάσαμε ξανά σαν άπιστος Θωμάς . Αν είναι δυνατόν τώρα τα σπουργίτια να νηστεύουν για τον δεκαπενταύγουστο.

– Κοιτάξτε ξανάπε η μάνα μας ήρεμα , γαλήνια , με μισοσβησμένη φωνή : Θα το δείτε . Τα σπουργίτια θα ξανάρθουν στο σπίτι μας στις 15 Αυγούστου , που τελειώνει η νηστεία . Θα΄ρθουν για το τραπέζι του δεκαπενταυγούστου , πρόσθεσε χαμογελώντας .Κλείσαμε το στόμα μας , τα παιδιά της , οι «πολύξεροι» εκπαιδευτικοί . Να το πιστέψουμε; Μα είναι δυνατόν;

Θυμήθηκα μια ιστορία που διάβασα για τον Γέροντα Παΐσιο , που έμενε νηστικός σχεδόν όλο τον δεκαπενταύγουστο , τιμώντας έτσι τη μνήμη της Παναγίας . Τόσο μεγάλη νηστεία είναι .

-Ναι , είπε ξανά η μάνα μας . Τόσο μεγάλη νηστεία είναι . Για την Παναγία μας .

Τ΄ ασημένια της μαλλιά, το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο, τα ροζιασμένα της χέρια , η σοφία των 90 της χρόνων , οι πικρές εμπειρίες της χηρείας από τη νιότη της , το ξεκάθαρο βλέμμα της , η γαλήνια μορφή της , δεν μας αφήνουν να συνεχίσουμε άλλο .

Είναι τόσο σίγουρη γι αυτό που λέει . Κι άλλο τόσο εμείς ότι δεν είναι δυνατόν να… όμως δεν τολμούμε να συνεχίσουμε άλλο. Σεβόμαστε τη μάνα μας. Είναι άρρωστη. Φεύγει;

Πλήρης ημερών . Μια θλίψη μας πλακώνει.

Πού είναι κι αυτά τα σπουργίτια να μας δώσουν λίγη χαρά ; Πού χάθηκαν ;

Οι μέρες πέρασαν ξανά. Το ψωμί στον φούρνο δεν έλειψε . Περίμενε κι αυτό τους πεινασμένους φτερωτούς φίλους της γειτονιάς . Όμως τα σπουργίτια δεν πάτησαν το πόδι τους .

Ξημέρωσε δεκαπενταύγουστος . Κατά το μεσημέρι τα σπουργιτάκια άρχισαν να καταφθάνουν το ένα πίσω από το άλλο στον φούρνο της μάνας μας . Η μικρή μας αυλή γέμισε κελαηδήματα , τραγούδια και χαρές . Μα ήταν δυνατόν; Σωστά έβλεπαν τα μάτια μας ;

– Να τα , είπε η μάνα μας χαμογελώντας . Ήλθαν για το τραπέζι του δεκαπενταυγούστου , μετά από τόση νηστεία για την Παναγία μας . Είδατε που σας έλεγα ;

Βάλτε ψωμί για τα πουλιά !

Τα σπουργίτια του δεκαπενταυγούστου φτερούγιζαν όλο χαρά με τα μικρά τους φτεράκια , τσιμπολογούσαν το φτωχικό τους φαγητό και δοξολογούσαν ευχαριστώντας τον Πλάστη τους.

Γλεντούσαν για τη ζωή, για το ψωμί, τιμούσαν την Παναγία μας κι ευχαριστούσαν τη γριά μάνα μας για το τραπέζι του δεκαπενταυγούστου !


Τα σπουργίτια του δεκαπενταυγούστου !

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2025

ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΕΥΤΥΧΙΑΣ!



Ρώτησαν τον Νιγηριανό δισεκατομμυριούχο 

Femi Otedola 

σε μια συνέντευξη: 


-Κύριε,τι θυμάστε 

που σας έκανε 

τον πιο ευτυχισμένο 

άνθρωπο στον κόσμο;


Ο Φέμι είπε:


Πέρασα από τέσσερα 

στάδια ευτυχίας 

στη ζωή και τελικά 

κατάλαβα το 

νόημα της 

αληθινής ευτυχίας.


Το πρώτο βήμα 

ήταν η συσσώρευση 

πλούτου και πόρων. 


Αλλά σ’ αυτό το 

στάδιο δεν πήρα 

την ευτυχία 

που ήθελα.


Ακολούθησε 

το δεύτερο στάδιο 

της συλλογής 

πολύτιμων 

αντικειμένων. 


Συνειδητοποίησα 

ότι το αποτέλεσμα 

αυτού είναι 

προσωρινό 

και η λάμψη 

των πολύτιμων 

πραγμάτων 

δεν διαρκεί πολύ.


Στη συνέχεια 

ακολούθησε 

η τρίτη φάση 

απόκτησης 

μεγάλων έργων. 


Εκείνη την εποχή, 

είχαμε το 95% 

της προμήθειας 

ντίζελ στη Νιγηρία 

και την Αφρική. 


Ήμουν επίσης 

ο μεγαλύτερος 

εφοπλιστής 

στην Αφρική 

και την Ασία. 


Αλλά και εδώ 

δεν εισέπραξα 

την ευτυχία 

που φανταζόμουν.


Το τέταρτο στάδιο 

ήταν όταν ένας 

φίλος μου ζήτησε 

να αγοράσω 

αναπηρικά 

καροτσάκια 

για παιδιά 

με αναπηρία. 


Σχεδόν 200 παιδιά.


Μετά από αίτημα 

του φίλου μου, 

αγόρασα αμέσως 

τα αναπηρικά 

καροτσάκια.


Αλλά ο φίλος μου 

επέμενε να 

πάω μαζί του 

και να δώσω 

στα παιδιά 

τα αναπηρικά 

καροτσάκια. 


Ετοιμάστηκα 

και έφυγα μαζί του.


Εκεί έδωσα 

σ’ αυτά τα παιδιά 

αυτά τα αναπηρικά 

καροτσάκια 

με τα χέρια μου. 


Είδα την παράξενη 

λάμψη της ευτυχίας 

στα πρόσωπα 

αυτών των παιδιών. 


Τους είδα όλους 

σε αναπηρικά 

καροτσάκια, 

να κινούνται και 

να διασκεδάζουν.


Ένιωσα μια 

πραγματική 

χαρά μέσα μου. 


Όταν αποφάσισα 

να φύγω, ένα 

απ’ τα παιδιά 

με άρπαξε 

απ’ τα πόδια. 


Προσπάθησα 

να απελευθερώσω 

ελαφρώς 

τα πόδια μου, 

αλλά το αγόρι 

κοίταξε το 

πρόσωπό μου 

και μου κράτησε 

σφιχτά τα πόδια.


Έσκυψα 

και ρώτησα 

το αγόρι: 


-Χρειάζεσαι 

κάτι άλλο;


Η απάντηση 

που μου έδωσε 

αυτό το παιδί 

όχι μόνο με έκανε 

χαρούμενο αλλά 

άλλαξε εντελώς 

τη στάση ζωής μου. 


Αυτό το παιδί 

μου είπε:


*«Θέλω να θυμάμαι*

*το πρόσωπό σου,*

*ώστε όταν σε βρω*

*στον παράδεισο,*

*να σε αναγνωρίσω*

*και να σε ευχαριστήσω*

*για άλλη μια φορά».*


Αυτή ήταν 

η πιο ευτυχισμένη 

στιγμή της ζωής μου!!!

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2024

Τα Χριστούγεννα του ασκητή

 


Μια ἐμπειρία τοῦ μακαριστοῦ π. Θεόκλητου Διονυσιάτη. 

«Νέος μοναχός τότε, κατὰ τὸ ἔτος 1941, ἐν μέσῳ τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ ἐνσκήψαντος δεινοῦ χειμῶνος, μου ἦρθε ὁ καλὸς λογισμὸς νὰ ἐπισκεφθῶ προσκυνητὴς τὰ φρικτὰ Καρούλια, νὰ κάμω καὶ ἐγὼ ἀσκητικὰ Χριστούγεννα μαζὶ μὲ τοὺς ἀετόψυχους Καλόγηρους τούτου τοῦ ἀπαράκλητου τόπου.

Τὴν εὐλογία μου τὴν ἔδωκε ἀμέσως δίχως δισταγμὸ ὁ Γέροντάς μου, ὁ Ὀσιότατος π. Γαβριήλ, ὁ καὶ Ἡγούμενος χρηματίσας τῆς τοῦ Διονυσίου Μονῆς. Μοῦ ἔδωκε εἰσέτι καὶ λίγους ὀβολοὺς διὰ τὸ ταξίδιό μου μὲ τὸ μοτόρι καὶ λίγες φανέλες γιὰ νὰ ἔχω νὰ ἀλλάξω, μὲ εὐλόγησε καὶ εὐχόμενος μὲ ἔστειλε σὲ τοῦτο τὸ κατανυκτικὸ ταξίδι.

Ἔβαλα μετάνοια στὸν Γέροντά μου λοιπὸν, φορτώθηκα τὸν ντορβά μου, κι’ ἔλαβα τὸ ραβδὶ μὲ προορισμὸ τὰ κατανυκτικὰ Καρούλια προκειμένου νὰ λάβω μέρος στὴν ἀγρυπνία τῶν Χριστουγέννων.

Από τὴν παραμονὴ ήδη τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε να ρίχνει νερόχιονο βελονιαστὸ.

Καταφθάνοντας ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, μὲ μία τερπνὴ ἀναμονή, στὰ βραχώδη Καρούλια, ὁ ἥλιος, ὅσο μποροῦσε νὰ ξελευθερωθεῖ ἀπ’τὰ πηχτὰ σύννεφα, κόντευε νὰ κρυφθεῖ πίσω ἀπὸ τὸν μελανὸ θαλάσσιο ὁρίζοντα. Τότε ἄρχισαν νὰ συναθροίζονται γοργόφτεροι οἱ Καρουλιῶτες ἀσκητές, γιὰ νὰ γιορτάσουμε ὅλοι μαζὶ τὰ Χριστούγεννα. 

Κάποιοι κατέβαιναν ἀπὸ τὰ βράχια, ἄλλοι ἀπὸ τὶς κρεμαστὲς σκάλες, ἐνῶ κάποιοι ἀπὸ τὶς ἁλυσίδες… ἦταν ἕνα πρωτόγνωρο καὶ συγκινητικὸ ὅλο θέαμα!

Τοῦτοι οἱ ἐρημίτες εἴχανε περασμένους στοὺς λιγνούς τους ὤμους τοὺς τρίχινους, λερωμένους μὰ ἁγιασμένους ντορβάδες, μὲ ράσα χιλιομπαλωμένα καθὼς χαιρεντιόντουσαν ἕνας-ἕνας μὲ βαθειὰ ὑπόκλιση κι’ ἔπαιρναν τὴν θέση τοὺς στὸ μικρὸ ἠμιφεγγὴ γλυκύτατο Ἐκκλησάκι τοῦ Κυριακοῦ.

Κρούσανε ἕνα μικρὸ σήμαντρο γιὰ νὰ ἀρχινήσει ἡ ἡ ἀγρυπνία ἐνῶ ὁ ἁρμόδιος Ἱερεὺς φορώντας ἕνα μπλαβόχρωμο σὰν τοῦ πελάγους ἐπιτραχήλι ἔβαλε τὸ «Εὐλογητός»

Τὸ κρύο ἦταν τσουχτερό. Ὅλοι, ὅσον μποροῦσαν, ἤσαν σφιχτὰ τυλιγμένοι στὰ πτωχικὰ τοὺς ράσα. Οἱ ἀνασασμοὶ τῶν ψαλτάδων ἄτμιζαν ἄσπιλοι καθὼς ἔψαλλον μέλποντες Τοῦ Θεοῦ τὰ τραγούδια μέσα στὸ δεινὸ κράτος τοῦ χειμῶνος, μὰ ἡ λιβανοκαπνισμένη θωριὰ τῆς γλυκόπνοης Παναγίτσας πού μας ἀγνάντευε στοργικὰ σὰν Μανούλα ἀπ’τὸ Τέμπλο ζέσταινε τὴν ψυχή μας μυσταγωγώντας μας στὴν ἱερουργία τοῦ ἄχραντου τοκετοῦ τῆς, τῆς Τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως κι’ἔτσι εἴχαμε γαλήνη σὰν καὶ ‘κείνη τῶν προβάτων στὸ μαντρὶ τῆς Βηθλεὲμ τότενες ποὺ γίνηκε ὁ Θεὸς ἄνθρωπος γιὰ νὰ ξαναγεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴν οὐράνια Βηθλεέμ.

Ὅμως καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς κατανυχτικῆς ὁλονυχτίας ἐντύπωση ἀνερμήνευτή μου ἔκαμε ἕνας ἀδυνατισμένος καὶ λιπόσαρκος, σὰν τὸ καλάμι Καλόγηρος, μὲ μία μακρυὰ κάτασπρη γενιάδα ποὺ ‘χὲ σταθεῖ σ’ ἕνα παμπάλαιο στασίδι. 

Τὸ σῶμα τοῦ ἂν καὶ κάθονταν μέσα στὸ κρύο καὶ στὴν ἀγρυπνιὰ ἀμετακίνητο σὰν τ’ἀγάλματος, ἐντούτοις τὸ ριτιδιασμένο κι’ ὁλοζώντανο ἀπὸ τὴν ἄσκηση πρόσωπό του, σὰν τοῦ φτασμένου κυδωνιοῦ, ἔκαμε διάφορες κινήσεις καὶ παράξενους μορφασμοὺς ἀλλοιούμενο τακτικὰ καὶ φανερώνοντας πὼς ζοῦσε ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς ἔντονα γεγονότα φερμένα ἀπὸ ἕνα ἄλλον κόσμο.

Έβλεπες νὰ ἐναλλάσονται ἡ προσμονὴ μὲ τὴν μελαγχολία,ἡ θλίψη, μὲ τὴν χαρὰ… νὰ σκιρτᾶ σὰν λαφομόσκι καὶ ἀμέσως νὰ κουρνιάζει συγκλονισμένος ἀπὸ Θεῖο φόβο…ἔκανε μορφασμοὺς στὸ πρόσωπο λὲς καὶ παρακολουθοῦσε ἕνα ἀλλόκοτο θέαμα καὶ ἔτσι πότε ἔκλαιγε, πότε συνοφρυόνταν, πότε χαμογελοῦσε καὶ δώστου πάλι Σταυροὺς καὶ μετάνοιες...

Καὶ ὅσο ὁ ἀσκητὴς ἐκτελοῦσε τὴ δική του λογικὴ λατρεία πιὸ δίπλα οἱ ψάλτες μορμύριζαν στὴν Πανάχραντο Θεοτόκο τὸ :

“Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον…”

Τὰ μικρούλικα παλαιὰ καντηλάκια στὸ Τέμπλο διέχεαν ἀρχοντικὲς μὰ καὶ σεμνὲς τὶς πολύχρωμες ἀνταῦγες τῶν κι ἕνας πτωχὸς πολυέλεος μὲ ἁγνὸ κερὶ φώτιζε ὅσο ἠδύνατο γλυκὰ τὸ σκοτάδι. Ὅλα ἁπλά, ἀπέριττα, ἀσκητικά…



Ἔτσι γαλήνια πῆρε ἡ ἀγρυπνία ὥσπου ἐκοινωνήσαμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ ἔδωσε ὁ Ἱερεὺς τὸ «δι’εὐχῶν» λαμβάνοντας τέλος ἡ οὐράνια ἐκείνη μυσταγωγία.

Ἡ ρόδινη ἀνατολὴ σιγά-σιγὰ αὐγαζόνταν ἀπὸ τὸν ἐπίσκεψη τοῦ ἡλίου μηνύοντας τὴν ἀνατολὴ ἀνατολῶν, τὸν ἑωθινὸ ἀστέρα, Αὐτὸν Τὸν γεννηθέντα Ἰησοῦ Χριστόν.

Μετὰ ἀπ’ τ’ ἀντίδωρο καὶ τὸν Ἁγιασμὸ προσφέρθηκε καφὲς και φραγκόσυκα στὸ φτωχικὸ καὶ ἀπέριττο Κυριακὸ τῆς σκήτης τῶν Καρουλῖων. Ἐγὼ διακονοῦσα στὸ κέρασμα, μὰ πρόσεχα καὶ ἀποθαύμαζα κιόλας τοὺς ἀσκητές, θωρώντας τοὺς λὲς κι’ἦταν παράξενα ὄντα, ὡς ἀρχαγγέλοι ἐπὶ τῆς γῆς.

Τότε ἐρώτησε ὁ Πνευματικός της Σκήτης ἐκεῖνον τὸν παράξενο ἀσκητὴ ἂν θὰ μείνει καὶ αὔριο ἐδῶ καὶ τοῦ ἀπήντησε:

-Βεβαίως καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μείνω, ἐὰν καὶ θὰ ἤθελα καλύτερα νὰ ἡσυχάσω στὸ καλυβάκι μου, ὅμως δὲν ἔχω νὰ φάω καὶ ἂν κάμετε ἀγάπη δεχθεῖτε καὶ μένα νὰ φάγω κοντά σας.

Τὴν ἑπομένη ἡμέρα καὶ ἀφοῦ ἐψάλλαμε τὰ Κτιτορικὰ ἔχοντας ἐνημερώσει ἤδη ἐγὼ τὸν Πνευματικὸ γιὰ ὅλη ἐτούτη τὴν παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ φτωχοῦ ἀσκητοῦ κατὰ τὴν χθεσινὴ ἀγρυπνίαν λέγει τοῦ τότε μὲ τόνο εὐγενικὸ μὰ καὶ ἐπιτακτικό.

-Ἀδελφέ μου, σὲ παρακαλῶ, πές μας τί γροικοῦσες χθὲς στὴν ὁλονυχτία καὶ ὅλο ἄλλαζε μορφὴ τὸ πρόσωπό σου.

Ὁ ἀσκητὴς ὅμως ἀρνιόταν πεισματικὰ νὰ δώκει ἀπάντηση φυλάγοντας ὅ,τι ἔζησε μέσα τοῦ ὡς πανάκριβο θησαυρό.

-Μὰ σὲ ἐξορκίζω στὸ ὄνομα Τοῦ Κυρίου νὰ μᾶς πεῖς.

-Λέγονται Γέροντα τέτοια πράγματα;

-‘Αντε κᾶμε ἀγάπη μήπως καὶ ὠφεληθοῦμε καὶ ‘μεῖς οἱ ἀδελφοί σου.

-…Μὰ δὲν μπορῶ.

-Ἅμα δὲν πεῖς, ἀπ’ἐδῶ δὲ φεύγεις !

Μὲ ὅλη ἐτούτη τὴν εὐγενικὴ βία καὶ δίχως νὰ θέλει ὁ παράξενος ἀσκητής, ὅμως ἀναγκεμένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Πνευματικοῦ καὶ τῶν Καλογήρων ποὺ ‘χᾶν ἀπομείνει καὶ τούτη τὴν ἡμέρα στὸ Κυριακό, ἄρχισε νὰ ὁμολογεῖ μὲ δάκρυα καὶ συντριβή:

-Τί νὰ σᾶς πῶ; Νά! ὅ,τι διαβάζατε καὶ ψέλνατε ἐσεῖς τὸ ἔβλεπα καὶ συμμετεῖχα καὶ ‘γῶ.

«Θωροῦσα τὸ Θεῖον βρέφος, τὸν Χριστούλη μας, τὰ προβατάκια, τα λίγα ζωντανά ποὺ ‘σαν ἐκεῖ καὶ σταλιάζανε… μὰ ἦταν καὶ μία γελάδα ποὺ ἔστεκε κοντὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἐθέρμαινε μὲ τὸν ἀνασασμὸ τῆς …τὶς σταγόνες ποὺ έπεφταν ἀπὸ τὴν ὑγρασία και τους νοτισμένους σταλαγμίτες, καθότι ἤτανε σπήλαιον ἐκεῖ καὶ ὄχι κάποιο ἀνθρώπινο χτίσμα…

Σιμὰ εἶδα καὶ Τὴν Παναγία μας, λεχώνα, ποὺ εἶχε τυλίξει μὲ τὸ σεπτὸ ἐπανωφόρι τῆς τὸν Υἱό της καὶ ἀνέκλεινε δίπλα πρὸς μία μεριὰ καὶ κρύωνε γιατί ἤτανε κενὸ καὶ δὲν εἶχε ποὺ νὰ ἀκουμπήσει… Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ μία ποιμένισσα ἔφερε ἀχνιστὸ γάλα ποὺ μόλις εἶχε ἀρμέξει καὶ γιὰ νὰ πλύνει κιόλας μ’αὐτὸ τὸ Θεικὸ βρέφος. Ποῦ νὰ βρεθεῖ ζεστὸ νερὸ ἐκείνη τὴν ὥρα; ὅλα κρύσταλλο καὶ παγωμένα ἦταν…

Καὶ ‘ἔτσι ἔγινε… καὶ ἔτσι τρύπησε μὲ μιᾶς ἡ σπηλιὰ καὶ μπῆκαν Ἀγγέλοι που ἀνεβοακεβαίναν στον οὐρανὸ ἐνῶ ἀκούγονταν γλυκύτατη μελωδία…

Ὁ δὲ Ἰωσὴφ ὅλο ἔκλαιγε ἀναντρανισμένος ἀπὸ δέος καὶ χαρὰ σὰν τὸν Ἱερέα ποὺ στέκεται μὲ φόβο στὴν ἀναίμακτο Ἱερουργία ἔτσι καὶ ‘κεῖνος ἐφημέρευε τούτη τὴν νυχτιὰ στὸν πάντερπνο τοῦτο Ιερό Ναὸ μὰ καὶ πάμφτωχο συνάμα σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ.»

Πιο κάτω τὸ ζωηρὸ ἀγέρι ἀλυχτοῦσε στὰ Καρούλια, ἐνῶ τὰ κύματα στὸ ἄγριο σύνορο θαλάσσης καὶ γῆς ἔπλητταν φρίσσοντα τοὺς αποκρήμνους βράχους. Τα λευκά και πορφυρά κυκλάμινα ὄμως, που ἀνέθωραν μειλίχια ἀναρριχώμενα ἀπό τις σχισμάδες των βαράθρων, μυνίριζαν την ἀνάσταση ἐντός της καρδιάς του χειμῶνος. … «Χριστὸς ἐπὶ γῆς• ὑψώθητε.»

Ὅλη ἡ λογικὴ μὰ καὶ ἡ ἄλογη κτίσις στης Παναγιάς το Περιβόλι μαρτυροῦσε διὰ μυρίων βεβαίων στομάτων πὼς ὄντως ὁ Χριστὸς ἐγενήθη καὶ ἡ γαληνόμορφη Θεϊκὴ χαρὰ στὴν γῆ ἐνεθρονίσθη.


ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ - ΑΛΗΘΩΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ

http://trelogiannis.blogspot.com/2024/12/blog-post_183.html?m=1

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2024

Ένα διαφορετικό νόμισμα

 


Κάποτε, ο γνωστός συγγραφέας Ντοστογιέφσκυ βγήκε στον απογευματινό του περίπατο.

Ενώ η ημέρα έφθανε στο σούρουπο ένας ζητιάνος άπλωσε το χέρι και ζητούσε βοήθεια.

Ο Ντοστογιέφσκυ ψάχνει τις τσέπες του να βρεί κανένα κέρμα, αλλά δεν βρίσκει τίποτα.

Ψάχνει το ωρολόγι του να το προσφέρει, αλλά και εκείνο το είχε ξεχασμένο στο σπίτι του.

Ο μεγάλος αυτός συγγραφέας κοκκίνησε λίγο στο πρόσωπο και πάνω στην αμηχανία του έσκυψε, φίλησε το χέρι του τυφλού και ψιθύρισε: "Συγχώρα με, καλέ μου άνθρωπε, γιατί αυτή τη στιγμή δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω".

Και ο γέρο ζητιάνος απαντά: "Ευχαριστώ πολύ.

Το πήρα!

Αυτό που μου έδωσες δεν μπορούσα να το βρώ αλλού.

Το νόμισμα της καλοσύνης σπάνια το βρίσκω".


Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2024

Όταν αφαιθείς Στα Χέρια Του Θεού , τα πάντα είναι ευλογημένα.


«Ήταν κάποτε ένας μορφωμένος άνδρας που επί οκτώ χρόνια παρακαλούσε το Θεό να του στείλει έναν άνθρωπο να τον διδάξει την αλήθεια.

Και κάποτε που ένιωσε αυτή την επιθυμία πολύ έντονη, να παει στήν εκκλησία. Πήγε εκεί, και βρήκε έναν φτωχό, ξυπόλυτο,με πόδια γεμάτα πληγές και σκόνη, και όλα του τα ρούχα δεν άξιζαν ούτε δυό δεκάρες.

Τον χαιρέτησε, και του είπε:

‘Είθε ο Θεός να σου δώσει καλή ημέρα!’

Κι ο άλλος απάντησε : ‘Ποτέ δε μου έδωσε κακή ημέρα.’

‘Είθε ο Θεός να σου δώσει ευλογία : Μα νοιώθω ευλογημενος ..

‘Είθε να σε κάνει ο Θεός ευτυχισμένο! Μα γιατί απαντάς έτσι;’ ‘Ποτέ δεν είμαι δυστυχισμένος.’

‘Σε παρακαλώ, εξήγησέ το μου αυτό, γιατί δεν το καταλαβαίνω.’

‘Μετά χαράς’, αποκρίθηκε ο φτωχός.

‘Μου ευχήθηκες να έχω καλή ημέρα. Όλες μου οι ημέρες είναι καλές: γιατί αν πεινάω, δοξάζω το Θεό. Αν έχει παγωνιά, χαλάζι, χιόνι, βροχή, αν ο καιρός είναι καλός ή κακός, πάντα δοξάζω το Θεό.

Είμαι άθλιος και περιφρονημένος, αλλά δοξάζω το Θεό, κι έτσι πάντα η ημέρα μου είναι καλή.

Μου ευχήθηκες να μου δώσει ο Θεός ευλογία. Αλλά ποτέ δεν έχω παράπονο, γιατί ξέρω πως να ζω με το θεό, και ξέρω πως αυτό που κάνει είναι το καλύτερο. Και ό,τι ο Θεός δίνει ή επιτρέπει γιά μένα, καλό ή κακό, το παίρνω με χαρά από το Θεό, σαν το καλύτερο που μπορεί να γίνει, κι έτσι ποτέ δεν έχω παράπονο....

Μου ευχήθηκες να με κάνει ο Θεός ευτυχισμένο. Μα ποτέ δεν είμαι δυστυχισμένος. Γιατί η μόνη μου επιθυμία είναι να ζω μέσα στο θέλημα του Θεού, κι έχω τόσο απόλυτα παραδοθεί στο θέλημα του Θεού, ώστε θέλω αυτό που θέλει Εκείνος.’

‘Αλλά αν ο Θεός θελήσει να σε ρίξει στην κόλαση,’ ρώτησε ο μορφωμένος, ‘τι θα κάνεις τότε;’ ‘Να με ρίξει στην κόλαση; Η αγαθότητά Του δεν θα το επιτρέψει. Αλλά ακόμα κι αν το κάνει, θα Τον αγκαλιάσω με τα δυό μου χέρια.

Το ένα μου χέρι, που είναι η Ταπεινότητα, θα αγκαλιάσει την ανθρώπινη φύση Του, και το άλλο μου χέρι, η Αγάπη, θα αγκαλιάσει τη θεία φύση Του, τόσο σφιχτά που θα είναι ευλογημενο το θέλημα Του ..

Γενηθητω το Θέλημα Του ...

Τότε ο Διδάσκαλος κατάλαβε ότι η αληθινή παραίτηση με την άκρα ταπεινότητα, είναι η συντομώτερη οδός προς το Θεό…

Και τον ρώτησε: ‘Τι άνθρωπος είσαι συ;’ ‘Είμαι βασιλιάς.’ ‘Πού είναι το βασίλειό σου;’

‘Η ψυχή μου είναι το βασίλειό μου, γιατί είμαι απόλυτα κύριος των εξωτερικών και εσωτερικών μου αισθήσεων, ώστε όλες οι επιθυμίες και οι δυνάμεις της ψυχής μου βρίσκονται σε πλήρη υποταγή, και αυτό το βασίλειο είναι μεγαλύτερο από οποιοδήποτε βασίλειο επί της γης.’

‘Τι σε οδήγησε σε αυτή την τελειότητα;’ ‘Η σιωπή μου, οι υψηλές μου σκέψεις, και η ένωσή μου με το Θεό. Γιατί δε μπορούσα να αναπαυθώ σε κάτι λιγώτερο από το Θεό.

Τώρα έχω βρει το Θεό, και στο Θεό έχω βρει αιώνια ανάπαυση και ειρήνη ».


© Copyright 2018 - Askitikon.eu.

Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

Ο ομολογητής των κομμουνιστικών φυλακών π. Ιωάννης Iovan.


Ο π.Ιωάννης Iovan (1922-2008) έμεινε στις κομμουνιστικές φυλακές για εννιά χρόνια.Το 1955, την ημέρα της συλλήψεως του, κατεσχέθη το πετραχήλι του ως ενοχοποιητικό στοιχείο. Ο π.Ιωάννης όμως το περίμενε και είχε ράψει το αντιμήνσιο -απαραίτητο για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας- στο μέσα μέρος της φανέλας του. Έτσι είχαν μέσα στα κελιά ένα αντιμήνσιο. Με ένα Ποτήριο που είχε φτιάξει από ένα κουτί φαρμάκων, όλα τα κελιά από τα οποία πέρασε έγιναν φωτεινοί ναοί.

«Δεν μπορώ και δεν θέλω να ξεχάσω την φυλακή. Εκεί έζησε τις πιο ανυψωτικές πνευματικές στιγμές της ζωής μου. Εκεί γεννήθηκα για δεύτερη φορά και έζησα αναρίθμητα θαύματα» έλεγε ο π. Ιωάννης όταν γύρισε στην Μονή Recea.


«Την μεγαλύτερη ταπείνωση», θυμάται ο π.Ιωάννης, την έζησα την πρώτη μέρα του Πάσχα, όταν μετά την Θεία Λειτουργία που τελέσαμε στα κρυφά άρχισα να μιλάω στους συγκρατούμενούς μου για την Ανάσταση του Χριστού.

Ένας φύλακας, Ταταρικής καταγωγής, που τον είχαμε ονομάσει »τετράγωνο κεφάλι», με άκουγε πίσω από το »ματάκι» της πόρτας και με »κάρφωσε» στον αξιωματικό υπηρεσίας. Εκείνος διέταξε να μου ξυρίσουν το μούσι. Μάταια προσπάθησα να αμυνθώ υποστηρίζοντας ότι οι κρατούμενοι άλλων ομολογιών είχαν δικαίωμα να φέρουν μούσι. Δύο φύλακες με άρπαξαν και με πήγαν στον αξιωματικό ο οποίος μου έκοψε το μούσι με ένα ψαλίδι.

Η χειρονομία του με αναστάτωσε βαθιά και χωρίς φόβο του είπα:

«Εσύ δεν είσαι χριστιανός Ορθόδοξος, ένα χωριατόπαιδο από το Minteiu Gherlei; Πώς είσαι ικανός να καταφρονείς κάποιον με αυτόν τον τρόπο ανήμερα το Πάσχα;

«Έκλαψα μετά με τους αδελφούς μου στο κελί, όχι τόσο για τον πόνο, όσο για την ταπείνωση που μπορούσε να προκαλέσει ένας συμπατριώτης. Ο αξιωματικός δεν ξέχασε το γεγονός ότι του αντιμίλησα και διέταξε να με τιμωρήσουν. Με μετακίνησαν στο χειρότερο κελί της Gherla όπου έτρεχε νερό ασταμάτητα από τους τοίχους. Τα άχυρα πάνω στα οποία καθόμουν σε λίγες μέρες είχαν μουχλιάσει. Κανονικά κανείς δεν μπορούσε να υποφέρει εκείνο το κρύο και την υγρασία. Το ότι ζω το θεωρώ ένα θαύμα»


Εκοιμήθη στις 17 Μαΐου 2008

https://tasthyras.wordpress.com/2024/05/30/%ce%bf-%ce%bf%ce%bc%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b7%cf%84%ce%ae%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%ba%ce%bf%ce%bc%ce%bc%ce%bf%cf%85%ce%bd%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8e%ce%bd-%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%b1/

Κυριακή 14 Απριλίου 2024

Ο μοναχός κι ο άγγελος.


Ο μακαριστός γέροντας Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης († 1959), προσπαθώντας να στηρίξει ένα νέο μοναχό, που τον πολεμούσαν λογισμοί φυγής κι επιστροφής στους γονείς του, διηγήθηκε το ακόλουθο θαυμαστό γεγονός:

Λίγο πριν έρθω εδώ, στα Κατουνάκια, εκοιμήθη κάποιος μοναχός, υποτακτικός σ’ ένα τυφλό γέροντα. Άκουσε τι έγινε κάποτε μ’ αυτόν:

Μια μέρα πέρασε από το κελλί τους ένας κοσμικός.

– Από που είσαι; ρώτησε ο μοναχός.

Από την απάντηση κατάλαβε πως ήταν χωριανός του, αλλά δεν του συστήθηκε.

– Τι γίνεται ο τάδε; ξαναρώτησε ο μοναχός, εννοώντας τον πατέρα του.

– Πέθανε, απάντησε ο ξένος, κι άφησε τη γυναίκα και τρία κορίτσια ορφανά στους δρόμους. Είχανε κι ένα γιο, αλλ’ αυτός είχε φύγει από χρόνια και δεν ήξεραν τι απέγινε.

Μόλις τ’ άκουσε ο μοναχός, σαν να χτυπήθηκε από κεραυνό. Αμέσως άρχισαν να τον προσβάλλουν οι λογισμοί της φυγής.

– Θα φύγω, λέει στό γέροντά του. Θα πάω να τους προστατέψω.

Ο γέροντας δεν του έδωσε ευλογία. Τον συμβούλεψε κλαίγοντας. Εκείνος επέμενε. Τελικά δεν μπόρεσε να τον μεταπείσει και τον άφησε στο θέλημά του.

Ο υποτακτικός έφυγε. Αφού βγήκε από το Όρος, κάθισε στη σκιά ενός δέντρου να ξεκουραστεί. Εκεί καταφτάνει σε λίγο ιδρωμένος ένας άλλος μοναχός, και κάθεται κοντά του.

– Σε βλέπω ταραγμένο, αδελφέ. Τι έχεις;

– Άφησε, πάτερ, έπαθα συμφορά, αποκρίθηκε ο άλλος, και του διηγήθηκε το περιστατικό.

Τότε ο καλός οδοιπόρος του λέει:

– Αν θέλεις, αδελφέ, να μ’ ακούσεις, γύρισε πίσω στο γέροντά σου, και θ’ αναλάβει ο Θεός να προστατέψει τους οικείους σου. Εσύ υπηρέτησε το γέροντά σου, αφού είναι μάλιστα και τυφλός.

Ο άλλος όμως δεν τον άκουγε. Ο πρώτος του έφερε πολλά παραδείγματα, αλλά ο ανυπάκουος μοναχός σηκώθηκε για να συνεχίσει την πορεία του για τον κόσμο.

– Λοιπόν, δεν μ’ ακούς να γυρίσεις πίσω;

– Όχι.

– Ε, τότε άκουσε! Εγώ είμαι άγγελος Κυρίου. Μόλις πέθανε ο πατέρας σου, ο Θεός με πρόσταξε να πάω κοντά στην οικογένειά σου, για να τους φυλάω και να γίνω προστάτης τους. Αφού όμως δεν μ’ ακούς και θέλεις να πας εσύ, εγώ τους αφήνω και φεύγω.

Αμέσως ο άγγελος έγινε άφαντος.

Τότε συνήλθε ο μοναχός και, μεταμελημένος, γύρισε γρήγορα στο γέροντά του. Τον βρήκε να προσεύχεται γι’ αυτόν…


 

Από το βιβλίο: ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ. Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2013, σελ. 257.

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2024

Κάνε υπομονή και θα φιλοξενήσεις και αγγέλους



Κάποτε ένας μοναχός ήταν αρχοντάρης σ’ ένα Μοναστήρι του Αγίου Όρους (Αρχοντάρης είναι αυτός που φροντίζει για τους επισκέπτες, ετοιμάζει τα.. δωμάτια, προσφέρει τον καφέ και το κέρασμα. Είναι ένα πολύ κουραστικό διακόνημα, ιδίως στο Άγιο Όρος, που οι προσκυνητές κάθε μέρα είναι πάρα πολλοί).

Αυτός λοιπόν ο αρχοντάρης είχε κουραστεί πολύ από το διακόνημά του, το οποίο εκτελούσε επί πέντε χρόνια συνέχεια, και ζήτησε από τον Ηγούμενο να τον αντικαταστήσει.

Κάνε υπομονή, του απάντησε ο Ηγούμενος, και θα φιλοξενήσεις και Αγγέλους !!!

Να’ ναι ευλογημένο, απάντησε ο μοναχός.

Ύστερα από λίγο καιρό, ένα βραδάκι, αφού είχαν κλείσει οι πόρτες της Μονής, όπως ήταν κατάκοπος, κάθισε στο αρχονταρίκη λίγο, άνοιξε την Καινή Διαθήκη και άρχισε να διαβάζει.

Βλέπει λοιπόν ξαφνικά να μπαίνει από την πόρτα του αρχονταρικίου ένας ωραιότατος νέος, ντυμένος στα λευκά.

Ευλογείτε, Πάτερ μου, του λέει. Ω, τι διαβάζετε, το Ευαγγέλιο του Ουρανού; Είστε μακάριος !!!

Και πριν προλάβει να απαντήσει ο αρχοντάρης, γιατί τα είχε χαμένα, συνέχισε ο νέος:

Ω με συγχωρείτε που σας διακόπτω, αλλά είμαι πεινασμένος.

Κατάπληκτος ο αρχοντάρης αλλά πολύ ευγενικά, είπε:

Ορίστε, ορίστε, καθήστε να σας ετοιμάσω κάτι. Πως λέγεστε;

Μιχάλης, απαντά ο νέος.

Γρήγορα – γρήγορα λοιπόν, με μεγάλη προθυμία αρχίζει να ετοιμάζει το τραπέζι, για να φάει ο νέος, που ήρθε στα λευκά ντυμένος.

Εκείνη την ώρα δεν το πολύ κατάλαβε, ύστερα άρχισε να του κάνει εντύπωση το πως ήταν ντυμένος.

Όσο εσείς θα τρώτε, του λέει, εγώ θα σας ετοιμάσω και το κελλάκι σας και θα σας φέρω και λίγη σαλάτα.

Πηγαίνοντας όμως να πάρει το πιάτο με τη σαλάτα, από ένστικτο γύρισε το κεφάλι του πίσω, για να ξανά κοιτάξει αυτόν τον νέο, που του έκανε μεγάλη εντύπωση. Ο ωραιότατος εκείνος νέος είχε εξαφανιστεί !!!

Οπωσδήποτε ήταν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ !!!

Από τότε η προθυμία του για φιλοξενία είχε μεγαλώσει. Θυμόταν το γεγονός με συγκίνηση. Πρόκειται για τον παπά Φιλάρετο, τον μετέπειτα Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Κωνσταμονίτου.


https://apantaortodoxias.blogspot.com/2024/01/blog-post_174.html?m=1

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2023

Νύχτα τσικνοπέμπτης!


 

(Μια αληθινή διδακτική ιστορία)

«Πως αγριεύουν έτσι οι άνθρωποι; 

Πως μεμιάς αφήνονται έρμαια στις ροπές και στις τάσεις της φθαρτής ανθρώπινης τους φύσης; 

Πως κατάντησε απόψε αυτή η ήσυχη επαρχιακή πόλη;

Θαρρείς και δεν την κατοικούν άνθρωποι αλλά ανθρωπόμορφα τέρατα που άλλος με κεφάλι γαιδάρου, άλλος λιονταριού, άλλος πιθήκου τρέχουν να προλάβουν να γλεντήσουν, να μεθύσουν, να άμαρτήσουν όσο γί­νεται περισσότερο. Γιατί απόψε είναι Τσικνοπέμπτη και γέμισε η πόλη μασκαράδες. Απόψε κάθε λογικός άνθρωπος δεν ξεμυτίζει από το σπίτι του».

Αυτά σκεφτότανε ο παπα-Θανάσης, καθώς έμπαινε στο σπίτι του γυρνώντας από το ναό.-

 ’Α, παπαδιά μου, το κακό παράγινε! 

Ο Θεός να μας συγχωρέσει, είπε στη γυναίκα του, μόλις μπήκε μέσα.Εκείνη τον κοίταξε με κατανόηση.

- Ο Θεός να μας φυλάει, είπε καα άρχισε να ετοιμάζει το βραδινό φαγητό.

Στο σπίτι του παπα-Θανάση, περασμένα πια τα μεσάνυχτα, επικρατεί ησυχία. Τα παιδιά και η παπαδιά είχαν ήδη κοιμηθεί κι ο παπα-Θανάσης ετοιμαζόταν κι εκείνος να πάει για ύπνο, όταν ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας.

Τινάχτηκε μέσα στον ύπνο της η παπαδιά και βρέθηκε δίπλα στον παπα-Θανάση.

– Μην ανοίγεις τέτοια νύχτα, πάτερ μου! τον παρακάλεσε φοβισμένη.

– Γιατί φοβάσαι;

Την καθησύχασε εκείνος.

Είναι η πρώτη φορά που μας κτυπούν τέτοια ώρα την πόρτα;

 Αφού ξέρεις, το σπίτι του Ιερέα διανυκτερεύει κάθε βράδυ.

– Ναι, μα απόψε…

Της χαμογέλασε ο παπα-Θανάσης κι άνοιξε την πόρτα.

– Πάτερ μου, με συγχωρείτε που ήρθα τέ­τοια ώρα, όμως η μάνα μου πεθαίνει και ζητά να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει.

Ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά του, παρό­λο που ήταν άντρας, έτρεμε ολόκληρος κι άφηνε τα δάκρυά του δίχως ντροπή να τρέχουν!!!

– Πήγαινε εσύ κοντά της, παιδί μου, κι εγώ πάω ως την Εκκλησία να πάρω τη Θεία Κοινωνία κι έρχομαι αμέσως.

Έφυγε ο άντρας αφήνοντας στον παπα-Θανάση τη διεύθυνσή του.

– Που θα πας, πάτερ μου μόνος σου τέτοια ώρα, μια τέτοια νύχτα; 

Δε φοβάσαι;

Γιατί δεν τον κρατούσες να πάτε συντροφιά;

Η παπαδιά μιλούσε κι εκείνος την κοίταζε αυστηρά.

– Μόνος είπες, παπαδιά, μόνος;

Κι ο Κύριος που θα κουβαλάω στα χέρια μου;

’Ά, παπαδιά μου, κάτι σ’ έχει πιάσει απόψε και δε μιλάς γνωστικά.

Ντύθηκε ο παπα-Θανάσης και βγήκε στο δρό­μο.

Ξέχασε πως ήταν νύχτα τσικνοπέμπτης.

Δεν τον απασχολούσαν καθόλου οι μασκαράδες που έβλεπε γύρω του. Ένα μόνο τον απασχολούσε, να προλάβει να δώσει το «φάρμακο της αθανασίας» στην ετοιμοθάνατη.

Πήρε με δέος στα χέρια του το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και ξαναβγήκε στο δρόμο. Δεν κοιτούσε ούτε δεξιά ούτε αριστερά.

Μόνο έτρεχε να προλάβει.

Σε μια στροφή του δρόμου άκουσε γέλια και φωνές. Κάποιος φώναξε κοροϊδευτικά:

«Την ευχή σου Δέσποτα!», μα δεν γύρισε να κοιτάξει.

Και τότε, δεν κατάλαβε πως, βρέθηκε κυκλωμένος από μια παρέα μασκαράδων, που προσπαθούσαν να τον σταματήσουν.

– Συνάδελφε, που πάμε;

Ένας νεαρός μασκαρεμένος σε παπά, με χνώτο που μύριζε ποτό, στεκόταν μπροστά του κρατώντας στο χέρι ένα σταυρό.

Τα ’χασε ό παπα-Θανάσης και πριν προλάβει να πει τίποτα, δέχτηκε την επίθεση όλης της παρέας. Άλλος τον τραβούσε από τα ράσα κι άλλος του έβγαζε το καλυμμαύχι.

Ο παπα-Θανάσης έσφιξε στο στήθος του τ’ άχραντα Μυστήρια και προσπάθησε να τους μι­λήσει, μα κανένας δεν άκουγε.

Κάποιος τότε του τράβηξε τη γενειάδα και σαν να τον κτύπησε ηλεκτρικό ρεϋμα άρχισε να φωνάζει;

– Είναι αληθινός, ρε, είναι αληθινός!

Ή παρέα κοκκάλωσε στη θέση της κι ό παπα-Θανάσης, με το πρόσωπο μουσκεμένο από τον ιδρώτα της αγωνίας και τα δάκρυά του, τους κοίτα­ξε χωρίς να μιλά.

– Συγγνώμη, πάτερ, είπε εκείνος που του τρά­βηξε τη γενειάδα.

Νομίζαμε πως ήσασταν ψεύτικος σαν κι αυτόν και.....…

– Σας είδαμε και τέτοια ώρα έξω και ήμασταν σίγουροι πως ήσασταν μασκαρεμένος.

Συγχωρέστε μας! είπε ένας άλλος.

– Πάω να κοινωνήσω μια ετοιμοθάνατη, παιδιά μου. Ο θάνατος δεν έχει ώρες κατάλ­ληλες και ακατάλληλες κι εγώ τρέχω να τον προλάβω. Κι εσύ, παιδί μου, βγάλε τα ράσα τα τιμημένα.

Μην αμαρτάνεις άλλο ρεζιλεύοντάς τα.

Είναι πολύ ιερό το ράσο, για να μασκαρεύεσαι μ’ αυτό.

Τραβάτε στα σπίτια σας παιδιά μου, κι ο Θεός να σας συγχωρέσει.

Άνοιξε το βήμα του ο παπά-Θανάσης, για να κερδίσει το χαμένο χρόνο. Ήταν πικραμένος ως τα κατάβαθά του.

Τόσο πολύ λοιπόν, χάλασαν οι άνθρωποι, ώστε μασκαρεύονται και Ιερείς;

– Πάτερ, Πάτερ!!!

Η φωνή που έφτασε στα αυτιά του ήταν γεμά­τη αγωνία.

Σταμάτησε και περίμενε.

Ένας νεαρός κατακόκκινος από την τρεχάλα και την ντροπή έφτασε κοντά του λαχανιασμένος.

– Πάτερ! Είμαι κείνος που ντύθηκε παπάς.

Το έκανα εντελώς απερίσκεπτα, πάτερ και θέλω να ’ρθω μαζί σας στο σπίτι της έτοιμοθάνατης. Δεν θέλω να σας πάρουν κι άλλοι για ψεύτικο…

Ο παπα-Θανάσης του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει.

Στα χέρια του ο νεαρός κρατούσε το σταυρό που είχε μαζί του. Μπήκαν στο σπίτι της ετοιμοθάνατης σιωπηλοί.

– Χαίρομαι, πάτερ, που βρήκατε και παπαδάκι και δεν ήρθατε μόνος, είπε ο άντρας που τον είχε καλέσει.

Ο νεαρός ξανακοκκίνησε και κοίταξε με αγωνία τον παπα-Θανάση.

– Ναι, ο Θεός μου τον έστειλε, είπε εκείνος και τα λόγια του καρφώθηκαν στην καρδιά του νεαρού.

– Πάτερ, δεν θα σας εγκαταλείψω ποτέ, έλεγε ο νεαρός λίγη ώρα αργότερα, όταν ο παπα-Θανάσης κλείδωνε το Ναό, αφήνοντας ξανά μέσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, θα γίνω ο βοη­θός σας, το παπαδάκι σας!!!

Ίσως έτσι με συγχω­ρήσει ο Θεός για την ιεροσυλία που έκανα.

-Μακάρι, παιδί μου, να το φορέσεις το ράσο κι αληθινά, είπε ο παπα-Θανάσης και τον ευλόγησε με τα δυό του χέρια, εκείνα που πριν από λίγο κρατούσαν τον Ίδιο τον Κύριο.

Και παράξενο, ο παπα-Θανάσης είχε τη σιγουριά πως αυτό θα γινό­ταν κάποια μέρα!

Και ακόμα πιο παράξενο την ίδια σιγουριά ένιωθε μέσα του κι ο νεαρός!!!


Πηγή :https://megalipanagiathivon.gr/2020/02/21/%CE%BD%CF%85%CF%87%CF%84%CE%B1-%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BD%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B4/

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2022

Ένα θαυμαστό περιστατικό που συνέβη τα Χριστούγεννα του 1987

 


Ένα θαυμαστό περιστατικό που συνέβη τα Χριστούγεννα του 1987

πατρός Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Δεκέμβριος του '87... Περπατά στο δρόμο ένας χριστιανός. Έξω από μια εκκλησία ένας ζητιάνος σχεδόν γυμνός, παραμονές των εορτών, χειμώνας, σαρακοστή Χριστουγέννων είπαμε, το κρύο τσουχτερό, κρυώνει.

Τον βλέπει ο χριστιανός, τον λυπάται, βγάζει από πάνω του το μάλλινο χοντρό σακάκι και το βάζει στο ζητιάνο. Ευχαριστώ του λέει εκείνος και απλώνει ο ζητιάνος το χέρι και του δίδει ένα κομμάτι αντίδωρο τυλιγμένο σ’ ένα χαρτί.

Το πήρε γεμάτος απορία και όπως ήταν νηστικός το έφαγε...

Ω, τι ήταν αυτό! Τι θεία ευφροσύνη ήταν αυτή! Τι αγαλλίαση! Πλημμύρισε ολόκληρος! Όλο του το σώμα άστραψε σαν το φως! Και ας μην είχε ούτε καν ήλιο. Και από υπερακατάληπτον ευωδίαν...

Ένοιωσε νέος άνθρωπος, σα να πετά, αλλιώτικος, όλα του γύρω άλλαξαν, έγιναν πανέμορφα, όλοι του οι άνθρωποι του φαινόταν όμορφοι, ήθελε να τους αγκαλιάσει, να τους βάλει μέσα στην καρδιά του, τα σπίτια, τα μάρμαρα, οι δρόμοι, τα αυτοκίνητα, το καυσαέριο, τα πάντα, όλα άστραφταν, άστραφταν από αγάπη…

Έμεινε ακίνητος για πολλή ώρα, ποιος ξέρει πόσην ώρα, απολαμβάνοντας αυτή τη θεία δωρεά... Τελικά γύρισε προς το ζητιάνο...Έλειπε!... Και στη θέση του ζητιάνου ήταν ριγμένο το σακάκι. Το πήρε, το αγκάλιασε σφιχτά...

Για μια βδομάδα δεν έφαγε ούτε μια μπουκιά ψωμί... Δεν ήπιε ούτε μια σταγόνα νερό... Μόνον κάθε πρωί κοινωνούσε, χωρίς να παίρνει αντίδωρο.

Τον είχε υπερχορτάσει η ελεημοσύνη... Η θεία ελεημοσύνη...

Ο χριστιανός αυτός που έλαβε τόσο πλούσια την θεία δωρεά, δεν ήτο ούτε θρησκόληπτος, ούτε πλανεμένος. Αντιθέτως μάλιστα δεν είχε καμιά σχέση με την Εκκλησία. Τριάντα τουλάχιστον χρόνια είχε να κοινωνήσει. Για εκκλησιασμό δεν πήγαινε παρά μόνο σε γάμους, βαπτίσεις, μνημόσυνα και λοιπά. Αδιάφορος και καμιά φορά και πολέμιος της Εκκλησίας και του κλήρου. Κανέναν επαίτη δε βοηθούσε ποτέ, διότι τους θεωρούσε απατεώνες και επαγγελματίες.

Αλλά η εσωτερική παρόρμησις να βγάλει το σακάκι του και να τυλίξει τον γυμνό, ήτο άνωθεν, δεν μπορεί μέχρι σήμερα να την ερμηνεύσει. Αλλά ανταποκρίθηκε θετικά.

Ήτο γι’ αυτόν η κλήσις για τον αναβαπτισμό του...

Ήτο η δική του Πεντηκοστή, η δική του Δαμασκός... ( Σε αυτή την πόλη έλαβε χώρα η μεταστροφή και θεία κλήση του αποστόλου Παύλου από διώκτη σε χριστιανό με την όραση του ακτίστου φωτός και την προσωρινή του τύφλωση.)

Όταν πήρε το σακάκι, το κράτησε σφιχτά επάνω του. Τέτοια δύναμη έπαιρνε απ’ αυτό, σαν να ήταν ο χιτώνας του Κυρίου... Μετά την εξομολόγηση και τον κανόνα που πήρε, ζει με φόβον Θεού και ποιος ξέρει αν δεν προβάλλει ο Θεός δια μέσω αυτού έναν νέον απόστολο του Ευαγγελίου του, έναν νέον ομολογητή και μάρτυρα.

Αδελφοί μου, θα πω τον λόγον του Κυρίου, της Αγίας Γραφής: Ελεείτε χριστιανοί, ελεείτε... Πάντοτε έλεος με αγάπη. Με όποιον τρόπον θέλετε. Αλλά πάντα με αγάπη... Αμήν, γένοιτο. Είθε ο Θεός να δώσει σε όλους εμάς και στον καθένα χωριστά με όποιο μέσον και με όποιο τρόπο θελήσει Εκείνος..

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2022

Ο άπληστος ξενοδόχος.


Κάποιος χριστιανός από την Κωνσταντινούπολη, οδεύοντας για το πανηγύρι του Αγίου Μηνά και έχοντας μαζί του αρκετά χρήματα, κατέλυσε σε ένα ξενοδοχείο. Ο ξενοδόχος είδε τα ξένα χρήματα και, κυριευμένος από απληστία, σκότωσε τον προσκυνητή, τον διεμέλισε και έβαλε τα κομμάτια του σε μία σπυρίδα (ζεμπίλι). Ενώ σκεφτόταν που να θάψει τα μέλη του θύματός του για να μην αποκαλυφθεί το έγκλημα, καταφθάνει στο ξενοδοχείο ένας έφιππος στρατιώτης, ο Άγιος Μηνάς, και τον ρωτάει επίμονα πού βρίσκεται ο προσκυνητής. Ο ξενοδόχος τον διαβεβαιώνει ότι δεν γνωρίζει τίποτε αλλά ο Άγιος ξεπεζεύει, εισέρχεται στα ενδότερα του ξενώνα, βρίσκει την σπυρίδα, την φέρνει μπροστά του και τον ρωτάει με φοβερό και άγριο βλέμμα να του πει ποιος είναι ο νεκρός.

Τότε ο φονιάς έφριξε, πέφτοντας άφωνος και τρέμων στα πόδια του άγνωστου ιππέα. Ο Άγιος συνάρμοσε τα μέλη του θύματος, προσευχήθηκε και ανέστησε το νεκρό προσκυνητή παραγγέλνοντάς του να δοξάζει τον Θεό. Ο αναστημένος, σαν να είχε εγερθεί από τον ύπνο, κατάλαβε όσα έπαθε, εδόξασε τον Θεό και προσκύνησε τον Άγιο.

Μόλις ο φονιάς συνήλθε από τον τρόμο του και σηκώθηκε, του πήρε ο Άγιος τα κλεμμένα χρήματα και τα επέστρεψε στον προσκυνητή λέγοντάς του να συνεχίσει τον δρόμο του.

Έπειτα, για να ολοκληρώσει την ευεργεσία του Θεού, στράφηκε προς τον ξενοδόχο, τον έδειρε όπως του άξιζε, τον ενουθέτησε, του έδωσε συγχώρηση για το έγκλημά του προσευχόμενος γι’ αυτόν, καβάλησε το άλογό του και έγινε άφαντος. Τότε μόνο κατάλαβε ο ξενοδόχος ότι ο στρατιώτης αυτός ήταν ο Άγιος Μηνάς, γεγονός που θυμίζει την εμπειρία των δύο Αποστόλων κατά την πορεία τους προς Εμμαούς, με την συντροφιά του αναστημένου Χριστού. (Λουκά κδ’, 31).

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2022

Το ψωμί

 



Ο φούρναρης γκρίνιαζε συνέχεια στην γυναίκα του που πήγαινε στις εκκλησίες και έδινε στους φτωχούς και στους εράνους. Μια μέρα, εκεί που έβγαλε το ζεστό ψωμί και μοσχοβόλησε η γειτονιά, ήρθε και στάθηκε στην πόρτα του ένας φτωχός. 

- Αφεντικό, όλα αυτά τα ψωμιά είναι δικά σου; 

 - Αμ΄ τίνος να' ναι; 

- και δεν τα τρως; 

- Βρε φύγε από δω! 

- Δώσε μου και μένα ένα ψωμάκι που πεινάω.

 - Φύγε σου είπα, παράτα με. 

- Αφεντικό!

 - Φεύγεις ή δεν φεύγεις; 

- Αφεντικό! Παρακαλούσε ο φτωχός... Δεν πρόλαβε να τελειώσει, και ο φούρναρης πετάει ένα ψωμί στο κεφάλι του. Έσκυψε ο φτωχός και το ψωμί τον πήρε ξυστά και έπεσε παραπέρα. Τρέχει, το αρπάζει, κάθεται σε μια γωνιά και το τρώει. Ο φούρναρης όλη μέρα ήταν νευριασμένος για τον γρουσούζη επισκέπτη και το ψωμί που έχασε. Ας τολμήσει να ξανάλθει, έλεγε! Τη νύχτα, κάπου δύο μετά τα μεσάνυχτα, πετάγεται ο φούρναρης από τον ύπνο του τρομαγμένος και καταϊδρωμένος.

- Γυναίκα, σήκω, ξύπνα. Φέρε μου μία φανέλα να αλλάξω και να σου πω… Γυναίκα, πέθανα λέει, και μαζεύτηκαν γύρω μου Άγγελοι και διάβολοι. Ποιoς να πάρει την ψυχή μου. Σε μια μεγάλη ζυγαριά όλο και πρόσθεταν οι τρισκατάρατοι τα κρίματά μου. Και ο ζυγός βάρυνε και βάρυνε και οι Άγγελοι δεν είχαν τίποτα να βάλουν και λυπόντουσαν. Σε μια στιγμή, ένας Άγγελος φωνάζει: Το ψωμί! Αυτό που χόρτασε τον πεινασμένο. Βάλτε το στον άλλο ζυγό.

 Οι διάβολοι επαναστάτησαν: Το ψωμί δεν το έδωσε. Το έριξε να σπάσει το κεφάλι του φτωχού. Και απάντησαν οι Άγγελοι: Όμως χόρτασε τον πεινασμένο και εκείνος έδωσε την ευχή του. Και που λες γυναίκα μου, εκείνο το ψωμί έκανε και έγειρε η ζυγαριά αντίθετα και σώθηκα. Το λοιπόν, δίνε, δίνε και μη σταματάς. Και εγώ θα δίνω. Αχ, και να ξανάρθει εκείνος ο φτωχός!


🌷Nα θυμάσαι. ΟΤΑΝ ΔΙΝΕΙΣ, ΠΛΟΥΤΙΖΕΙΣ ΔΕΝ ΦΤΩΧΑΙΝΕΙΣ!


Ιστορίες της Ζωής μας.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2022

Ο Θεός δεν ξέχασε

 


Συχνά ο Θεός επιτρέπει να περνούμε από στενόχωρες και στερητικές καταστάσεις στη ζωή μας, για να μάθουμε να εμπιστευόμαστε σ’ Αυτόν.


Μια φορά, πολλά χρόνια πριν, χρόνια πείνας, ο κυρ- Θόδωρος πήγε να ανοίξει το μικρομάγαζο που είχε, νηστικός όμως και πεινασμένος. Έκανε μικροεπισκευές, σε συσκευές που του φέρνανε από τη γειτονιά. Μόλις ανέβασε τα ρολά, μπροστά στον άδειο πάγκο έκανε αυτή την μικρή προσευχή: «Τι είναι για Σένα Θεέ μου ένα ποτήρι γάλα και δυο παξιμάδια;»


Ξέχασε, όμως, το αίτημα προσευχής του, μα ο Θεός δεν το ξέχασε. Ξαφνικά, μετά από λίγη ώρα, ένας γείτονας μπήκε στο μαγαζί του και κρατούσε ένα ποτιστήρι. Αυτό ήτανε για καμουφλάρισμα. Βάζει το χέρι μέσα στο άδειο ποτιστήρι και βγάζει ένα ποτήρι ζεστό γάλα. Βάζει πάλι το χέρι του στην τσέπη του σακα­κιού του και βγάζει δύο παξιμάδια. Και του λέει: «Εκεί που πίναμε το γάλα με τη γυναίκα μου, σε σκέφτηκα ξαφνικά και αμέσως πήρα ένα ποτήρι, το γέμισα με γάλα από την κατσαρόλα, πήρα και δυο παξιμάδια και σου τα έφερα».


Άντε τώρα να πιείς αυτό το γάλα! Ο κυρ-Θόδωρος ξανακατέβασε το ρολό, γονάτισε στο πάτωμα και με ταλαιπωρία και πόνο στην ψυχή και με δάκρυα στα μάτια, ευχαρίστησε το Θεό. Λέτε ποτέ, στην κατοπινή του ζωή, ο κυρ- Θόδωρος να ξέχασε αυτή τη σκηνή; Ούτε εγώ δεν την ξέχασα, που απλώς την άκουσα πριν σαράντα οχτώ χρόνια και σας την ιστορώ. Είναι ανάγκη πολλές φορές να περνούμε από τέτοιες καταστάσεις και να τις λέμε και να τις γράφουμε, απλές ιστορίες, μόνο για τη δόξα του Θεού και για να μάθουμε τί Θεό έχουμε.


*Το αξιόλογο σ’ αυτή την ιστορία είναι η ακρίβεια της απάντησης. Ένα ποτήρι γάλα και δυο παξιμάδια. Όχι άλλο είδος. Και δυο παξιμάδια. Ούτε τρία. Ούτε ένα. Έτσι, θα μάθουμε και θα καταλάβουμε, πως επάνω μας είναι σκυμμένος ο Θεός και σημειώνει και τον πιο μικρό ψίθυρο της καρδιάς μας.


Βέβαια, κάποιος θα μπορούσε να πει, πως αυτό το ποτήρι το γάλα και αυτά τα παξιμάδια πιο πολύ θα αντήχησαν στην καρδιά του φτωχο-Θόδωρου σαν χαστούκι και θα τον γέμισαν συντριβή. Ίσως ήταν κάτι που το χρειαζόταν την ώρα εκείνη. Δεν τον βοήθησε μονάχα για την διατροφή του, μα του έδωσε και ένα πολύτιμο μάθημα και το μάθημα θα έμεινε μέσα στην καρδιά του. Αυτό το δεύτερο, άξιζε πιο πολύ.


Εν παντί ευχαριστείτε..!!


Πηγή : Λύρα του πνεύματος. Viber.