Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Ένα βήμα πριν τον μήνα της Παναγίας . τον Αύγουστο!

 


Υπάρχουν στιγμές που η ζωή μοιάζει με ανηφόρα. Τρέχεις, ιδρώνεις, κουράζεσαι, και το μόνο που βλέπεις μπροστά σου είναι η σκόνη του δρόμου. Ώσπου κάτι μέσα σου σιγοψιθυρίζει: «Σταμάτα. Κάνε ένα βήμα πίσω. Κοίτα γύρω σου».

Αυτό το «πίσω» είναι το πιο σπουδαίο. Γιατί πριν τον Αύγουστο, πριν τον μήνα της Παναγίας , υπάρχει ένα κατώφλι. Μια αόρατη γραμμή που χωρίζει την κούραση από την ανάπαυση, την ταραχή από τη γαλήνη.

Όλοι περιμένουμε τον Αύγουστο σαν μια όαση στη μέση της καλοκαιρινής κάψας. Μα λίγοι σκεφτόμαστε το βήμα που κάνουμε πριν μπούμε σ' αυτόν. Εκείνο το βήμα που είναι σαν το σταύρωμα πριν την είσοδο σε μια εκκλησία. Μια μικρή κίνηση, μα τόσο βαθιά.

Στην πνευματική ζωή, το «ένα βήμα πίσω» είναι η στιγμή της προετοιμασίας. Δεν μπαίνεις ξαφνικά σε μια γιορτή. Δεν ανοίγεις την καρδιά σου απότομα. Πρώτα κάνεις ένα βήμα. Σταματάς να μιλάς. Ακούς τη σιωπή σου. Αφήνεις τις σκέψεις να ηρεμήσουν.

Σκέψου το σαν εκείνον που πηγαίνει σε προσκύνημα. Δεν φτάνει στο μοναστήρι και μπαίνει τρέχοντας. Προσεύχεται από μακριά. Κάνει τον σταυρό του. Παίρνει μια βαθιά ανάσα. Ύστερα μπαίνει.

Ο Αύγουστος, ο μήνας της Παναγίας, είναι έτσι. Μια μεγάλη αγκαλιά. Μα για να την νιώσεις, πρέπει πρώτα να απλώσεις τα χέρια σου. Να κάνεις εκείνο το βήμα της εμπιστοσύνης. Να πεις: «Έρχομαι. Με ό,τι κουβαλάω. Με τις χαρές και τις πίκρες μου. Μα έρχομαι ήρεμα».

Αυτό το βήμα μοιάζει με τη δροσιά που πέφτει το ξημέρωμα του Δεκαπενταύγουστου. Δεν έρχεται με θόρυβο. Μπαίνει αθόρυβα, σαν χάδι, και αλλάζει τα πάντα. Όπως ο ήλιος που ανατέλλει, έτσι και η ψυχή σου, με ένα βήμα πριν, βρίσκει τον φως της.

Πριν προλάβεις να μπεις στη γιορτή, η γιορτή σε περιμένει. Μα θέλει κι εσένα να την υποδεχτείς. Με μια σκέψη, μια σιωπή, μια προσευχή που τη λες μέσα σου καθώς περπατάς.

Ο μήνας της Παναγίας δεν είναι μόνο ημέρες. Είναι μια κατάσταση. Μια διάθεση της καρδιάς. Κι αυτή χτίζεται με το βήμα που προηγείται. Εκείνο το βήμα που λέει: «Δεν φτάνω τυχαία. Έρχομαι επίτηδες. Για να βρώ ειρήνη».

Κι όταν μπείς, τότε όλα αλλάζουν. Η κάψα γίνεται δροσιά. Το βάρος γίνεται ελαφρύ. Και συνειδητοποιείς πως το πιο σημαντικό ταξίδι δεν είναι αυτό που κάνεις με τα πόδια. Μα εκείνο που κάνεις με την ψυχή, ένα βήμα πριν, προς την αγκαλιά της Παναγιάς.


Πατήρ ⲀθⲀνⲀϲιος

Ἱερὰ Μονὴ ΠⲀνⲀγίⲀς ΜⲀλεβῆς 30-7-2026



Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Πώς να σε ονομάσω;


Λόγια τρυφερά για Το Θείο Βρέφος, από Το Αγιασμένο στόμα της Παναγίας και Μητέρας όλων μας...

-Πώς να Σε ονομάσω, θαυμαστό μου Βρέφος;

 -Τι θνητό όνομα να δώσω στον καρπό  

Του Αγίου Πνεύματος;

-Να Σου δώσω θυμίαμα ή γάλα;

-Έχεις ανάγκη από τις μητρικές μου φροντίδες ,  

ή να πέσω στα πόδια Σου να Σε λατρέψω;

-Ο Ουρανός είναι ο θρόνος Σου και εγώ Σε τοποθέτησα στα γόνατά μου .

-Σε βλέπω στη γη κι όμως δεν άφησες τον ουρανό, γιατί εκεί Βρίσκεσαι!》


✝️Μέγας Βασίλειος

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου


 Μπορούμε άραγε να συγκριθούμε με Εκείνη; Όχι, όχι, φυσικά δεν μπορούμε.

Μπορούμε μόνο να επιδιώκουμε αυτό: μπορούμε να προσπαθούμε να γίνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο αντάξιοί Της. Μπορούμε να μιμηθούμε τη θεϊκή καθαρότητα της καρδιάς Της, την αγάπη Της, την ταπείνωσή Της – πρώτα από όλα την ταπείνωσή Της, γιατί γνωρίζετε ότι η ταπείνωση είναι εκείνο που πρώτα από όλα απαιτεί ο Κύριος. Χωρίς την ταπείνωση δεν υπάρχει χριστιανισμός.

Με ποιο τρόπο έδωσε η Παναγία Παρθένος, ζώντας στο ναό του Κυρίου, το παράδειγμα της ταπείνωσης;

Το έδινε με όλα, με όλα, με κάθε βήμα, με κάθε λόγο, με κάθε έργο, όμως περισσότερο από όλα και καλύτερα από όλα το έδωσε με την παράδοσή Της στο θέλημα του Θεού.

Και αφού άκουσε με προσοχή, χαμήλωσε τα μάτια Της και ταπεινά είπε: 

«Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου˙ γένοιτο μοι κατά τό ῥῆμά σου» (Λουκ. 1, 38).


Απόσπασμα λόγου του Αγίου Λουκά του Ιατρού, Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

Η Πεποικιλμένη


Εἶχα τάξιμον νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», εἰς τὰ Ἐννιάμερα, τὴν 23 Αὐγούστου. Ἀπὸ δέκα χρόνων δὲν εἶχα ἐπισκεφθῆ τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν. Δέκα χρόνια εἶχα ν᾿ ἀσπασθῶ τὴν σεβασμίαν παλαιὰν Εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως, ὁποὺ εἶναι ζωγραφισμένοι, ἐπάνω εἰς δύο ὑπερῷα, ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ὁ ἱερὸς Κοσμᾶς (αὐτὸς ὁ θεσπέσιος ποιητὴς τῆς Πεποικιλμένης) 〈καὶ〉ὁ θεῖος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω πρὸς τὴν σύνθεσιν τῆς Εἰκόνος, ἐφ᾿ ὧν εἶναι γεγραμμένα δύο τροπάρια, τὸ «Γυναῖκά σε θνητήν, ἀλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ Μητέρα Θεοῦ», καὶ τὸ «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο…» Καὶ δὲν εἶχα ἀγναντέψει οὔτε μακρόθεν τὸν περικαλλῆ θόλον τοῦ σεμνοῦ ναΐσκου, ὅπου ἀστράπτει εἰς τὸν ἥλιον ὅλος πεποικιλμένος ἀπὸ τὰ ὡραῖα παλαιὰ πινάκια, τὰ ἐγκολλημένα εἰς τὸ κτίριον ὡς ὄστρακα μαργαριτοφόρα.

Καὶ παρημέλησα τὸ τάξιμόν μου, καὶ δὲν ἀπεφάσιζα νὰ ὑπάγω. Ἐνύκτωσε, κ᾿ ἐκαθόμουν ἔξωθεν τοῦ μαγαζείου τοῦ ἀγαπητοῦ νεαροῦ φίλου μου, τοῦ Κωστῆ τοῦ Τσαμασφύρου, πολλὰ ρεμβάζων, καὶ οὐδὲν σκεπτόμενος. Ὁ Κωστάκης μοῦ ἔφερε ποτήριον ρακίου, νὰ μὲ κεράσῃ, καὶ μοῦ εἶπε:

~ Δὲν πῆγες, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε, στὴν Παναγιὰ τὴν Κεχριά; Ἐγὼ θὰ πάω.

~ Τώρα ποὺ νύκτωσε; Τί λές!

~ Ἔχει φεγγαράκι.

Ἔπια, κ᾿ ἐπανῆλθε στὸ μαγαζί του κρατῶν τὸν δίσκον. Μόλις αὐτὸς εἰσῆλθε, καὶ πάραυτα εἰσώρμησα μέχρι τοῦ κυλικείου, ὅπου ἀπέθετε τὸν δίσκον μὲ τὰ ποτά.

~ Θὰ πᾷς σίγουρα, Κωσταντή;… Πῶς σοῦ ἦρθε;… Ἔχεις συντροφιά;

~ Ἔχω, ἂν δὲν μὲ γελάσῃ.

~ Ποιόν;

~ Τὸν Ἀργύρη τὸν Τσαλαβούτη.

Ἔτρεξα ἔξω. Ἐπῆγα εἰς ἓν ὑποδηματοποιεῖον, δύο ἢ τρεῖς πόρτες παρέκει, διὰ νὰ εὕρω τὸν μικρὸν ἀνεψιόν μου τὸν Διαμάντην, ἐργαζόμενον ὡς κάλφαν εἰς τὴν τέχνην αὐτήν. Δυστυχῶς τὸ ὑποδηματοποιεῖον εἶχε κλείσει. Ἐπλησίαζεν ὀγδόη ὥρα· δύο ὧρες νύκτα.

Ἐπέστρεψα πρὸς τοῦ Τσαμασφύρου.

~ Κωσταντή, δὲν ηὗρα τὸν ἀνιψιό μου. Ὁ μάστορής του ἔκλεισε ἀπὸ νωρίς. Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ νὰ πῇ χαμπάρι στὸ σπίτι. Δὲν συμφέρει νὰ πάω ὁ ἴδιος ἐκεῖ. Θὰ φωνάζουν οἱ ἀδερφές μου. «Ποῦ θὰ πᾷς τέτοιαν ὥρα;» καὶ τὰ λοιπά. Μιζέριες γυναικῶν… Ἀκοῦς νὰ σοῦ πῶ;

~ Λέγε.

~ Ἀναλαμβάνεις νὰ στείλῃς εἴδησιν στὸ σπίτι μου, διὰ νὰ μὴ μὲ γυρεύουν καὶ ἀνησυχοῦν ὅλη-νύχτα; Στεῖλε ἕναν, ὅποιον βρῇς, ἢ ἕνα παιδί… ἢ ἕνα πουλί.

~ Καλά.

~ Μὴν ξεχάσῃς.

~ Ὄχι.

~ Ἐγὼ θὰ πάω πεζός, καὶ μοναχός μου. Ἐσὺ ἔλα μὲ τ᾿ ἄλογό σου, καὶ μὲ τὴν παρέα σου. Θὰ πάρῃς καὶ κουμπάνια*;

~ Θὰ πάρω.

~ Σὲ περιμένω στὸν Ἁι-Λιᾶ. Ἐκεῖ θὰ σμίξουμε.

~ Καλά.

Ὁ Κωστής, ὁ νεαρὸς φίλος μου, μοῦ εἶχε κάμει ἀληθῆ ὑποβολήν, ἂν ὄχι ὑπόμνησιν τοῦ ταξίματός μου. Δὲν ἐκρατούμην, κ᾿ ἐκίνησα πάραυτα. Τὸ φεγγάρι ἦτο ἐννέα ἢ δέκα ἡμερῶν. Ἐλογάριαζα μιᾶς ὥρας ἀνήφορον ἕως τὸν Ἅγιον Ἠλίαν, μιᾶς ὥρας συνάντησιν καὶ διατριβὴν μετὰ προχείρου δείπνου εἰς τὴν τοποθεσίαν αὐτήν, καὶ τριῶν τετάρτων περίπου κατήφορον ἕως τὴν Παναγίαν. Ἡ σελήνη θὰ μᾶς ἔφεγγεν ἀκριβῶς ἕως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα.


Ἐπῆρα τὸν ἀνήφορον, βαδίζων τὸν φράχτην-φράχτην ἐν μέσῳ ἀμπέλων καὶ ἐλαιώνων, ἀνέβην εἰς τὸ Κοτρωνάκι, εἰς τοὺς «Σακαλάρους», ἔφθασα εἰς τοῦ Βαραντᾶ τὸ ρέμα, ὅπου «ἐκρότιζεν»* ὁ τόπος, ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν ἐκροτιζόμην· δὲν εἶχα εἰς τὸν νοῦν μου στοιχειὰ καὶ φαντάσματα, ἀλλὰ προαπήλαυα τὸ «Πεποικιλμένη». Διέσχισα πέρα-πέρα τὸ ρέμα, ἐμβῆκα εἰς τὸν Μεγάλον Ἀνήφορον, στὸ Μεροβίλι, καὶ τέλος, μὲ πολὺ ἆσθμα καὶ ἱδρῶτα, ἔφθασα εἰς τὸν Ἁι-Λιᾶ. Ἀντικρὺ εἰς τὸ πελώριον κτίριον, τὸ Κελλὶ τοῦ παπα-Ἱερεμία, δύο ἢ τρία σκυλιὰ μ᾿ ἐγαύγισαν, ἀλλ᾿ ὅταν ἐπάτησα ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου, ὅπου εἶναι ὁ ναΐσκος τοῦ Προφήτου, παραδόξως ἐσιώπησαν, κ᾿ ἐκρύβησαν εἰς δύο ἢ τρεῖς καλύβας, ὁποὺ ἐφαίνοντο ἀνάμεσα εἰς τοὺς κήπους.

Ψυχὴν δὲν εἶχα συναντήσει. Γλυκὸς ζέφυρος ἐφύσα εἰς τοὺς πελωρίους πλατάνους, τριγύρω εἰς τὴν μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, ὁποὺ ἐκελάρυζε τὰ νερά της στ᾿ αὐλάκια, τὸ ρέμα-ρέμα, τὸν κατήφορον. Ἔκαμα τὸν σταυρόν μου, ἔξωθεν τοῦ παραθύρου, εἰς τὸ γλυκὺ φῶς τῶν κανδηλίων, ὁποὺ ἔφεγγον ἐμπρὸς εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν Παναγίαν, καὶ τὸν Πρόδρομον, καὶ τὸν Προφήτην Ἠλίαν μὲ τὴν μάχαιραν καὶ μὲ τὴν μηλωτήν. Ἔψαλα «Ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος». Ἐκάθισα ἐπὶ τῆς πεζούλας. Ἀγνάντευα, εἰς τὸ μελαγχολικὸν φῶς τῆς σελήνης, τὸ χωρίον μας, κάτασπρον, κτισμένον ἐπὶ δύο λόφων καὶ μεσαζούσης κοιλάδος, παραθαλάσσιον, καὶ τὸν λιμένα τὸν τρίκολπον μὲ τὰ τρυφερὰ νησάκια, ὁποὺ φαίνονται ὡς νὰ «ἐγκαινίζωνται» εἰς τὰ φωσφορίζοντα νερά.

Μετὰ τέταρτον ὥρας ἤκουσα κρότον καὶ βάδισμα ἀλόγου. Ἐσηκώθην. Ἤρχετο ὁ Κωσταντής.

~ Ἐδῶ εἶσαι, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε;

~ Ἐδῶ. Μοναχός σου ἦρθες; Ποῦ εἶναι ἡ παρέα σου;

~ Μ᾿ ἐγέλασε… Μὴν τὰ ρωτᾷς, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε. Ὅσα τροπάρια ἤξερα… καὶ ξέρω πολλὰ ὀλίγα… ὅλα τὰ εἶπα στὸν δρόμο.

~ Γιατί; Φοβήθηκες;

~ Κρότιζε ὁ τόπος. Ἐσένα δὲ σ᾿ ἔμελε;

~ Ὄχι τόσο. Ἀπ᾿ τοῦ Βαραντᾶ ἦρθες;

~ Ἀπ᾿ τὸ Πετράλωνο. Ἐσύ, ἀπ᾿ τοῦ Βαραντᾶ;

~ Ναί.

~ Δὲν ἐφοβήθηκες ἐκεῖ, στὸ ρέμα;

~ Δὲν ἔβαλα στὸ νοῦ μου… τίποτε.

Ἐπέζευσεν. Ἐξεφόρτωσε τὸ ζεμπίλι μὲ τὰ τρόφιμα, καὶ τὴν φλάσκαν μὲ τὸ κρασί. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὸ ζεμπίλι ἓν κηρίον σπαρματσέτο, ἔτριψε πυρεῖον καὶ τὸ ἤναψεν. Ἕως νὰ καθίσωμεν πρὸς τὸ κατώφλιον τῆς μικρᾶς ἐκκλησίας, καὶ νὰ στρώσωμεν τὸ τραπέζι, ᾐσθάνθημεν ὅτι ὁ Μπαλής, τὸ ἄλογον, ὁποὺ τὸ εἶχεν ἀφήσει λυτὸν ὁ Κωσταντής, μᾶς ἔφυγε. Πρὶν κάμωμεν τὸν σταυρόν μας, ἐσηκώθηκεν ὁ Κωστής.

Ἀλλὰ τὸ ὑποζύγιον θὰ ἐπῆγεν ἐκεῖ, πρὸς ἀνατολάς, εἰς τὸ σύσκιον μέρος, ἀνάμεσα εἰς λόχμας καὶ φράκτας καὶ δὲν τὸ ἐβλέπαμεν. Ἀνάγκη νὰ τρέξῃ ὁ Κωστής, διὰ νὰ τὸ ἀνακαλύψῃ κάπου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο μεγαλυτέρα εὐκολία εἷς νὰ κρατῇ τὸ κηρίον, καὶ ἄλλος νὰ ἔχῃ τὰς χεῖρας ἐλευθέρας, διὰ νὰ συλλάβῃ τὸ ζῷον, ἅμα θὰ τὸ εὕρισκε. Ὁ Κωσταντὴς ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο, ἐγὼ εἰς τί ἄλλο θὰ ἐχρησίμευα, εἰμὴ διὰ νὰ κρατῶ τὸ κηρί;

Δυστυχῶς εἶχα βγάλει τὸ ὑπόδημά μου τὸ ἀριστερόν, πρὶν καθίσωμεν εἰς τὸ δεῖπνον, ἐπειδὴ μὲ ἠνώχλει ὁ κάλος κατόπιν τῆς ὁδοιπορίας, κ᾿ εὑρέθην μονοπέδιλος τὴν ὥραν ὁποὺ εἶχε γίνει ἄφαντον τὸ ζῶον. Καὶ ὅμως ἀνάγκη ἦτο νὰ συμμορφωθῶ. Ἐπῆγα μαζὶ μὲ τὸν Κωσταντὴν πολλὰ βήματα, πέραν τοῦ ἱεροῦ τῆς ἐκκλησίας, μὲ ἓν ὑπόδημα, χωλαίνων καὶ πατῶν ἐπὶ ἀκανθῶν. Εὐτυχῶς ὁ Μπαλὴς δὲν εἶχεν ὑπάγει μακράν, ἦτο διακριτικὸν ἄλογον. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ἁπλῶς διὰ νὰ βοσκήσῃ, καὶ δὲν εἶχε βάλει κακὸν μὲ τὴν κεφαλήν του.

Ὅταν ἐγυρίσαμεν πίσω, ἐγὼ κρατῶν τὸ κηρίον, ὁ Κωσταντὴς σύρων τὸν Μπαλήν, τὸν ὁποῖον καὶ ἔδεσε προχείρως εἰς τὴν ρίζαν θάμνου ἀντικρύ μας, ὁ Κωστὴς ἐξέχασε ποῦ εἶχε βάλει τὸ μαχαίρι, καθὼς τὸ εἶχε βγάλει ἀπὸ τὸ ζεμπίλι, διὰ νὰ κόψῃ ψωμί ― καὶ ψωμὶ δὲν ἔκοψε, ἀλλ᾿ ἐτρέξαμεν ἀποτόμως πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ Μπαλῆ. Ὁ Κωστὴς τὸ ἀνεζήτει τώρα εἰς τὸ ζεμπίλι, ἀλλ᾿ εἰς τὸ ζεμπίλι δὲν ἦτο, οὔτε ἐπήδησε μοναχόν του ὀπίσω, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ εἶχε βγάλει ἐκεῖθεν. Ἐψάξαμεν πολλὴν ὥραν μὲ τὸ κηρί, τέλος τὸ ηὕραμεν σιμὰ εἰς τὴν βορειοδυτικὴν γωνίαν τοῦ ἐκκλησιδίου, παρὰ τὰς ἀνθοδόχας, ὅπου εὐωδίαζον ἐκεῖ βασιλικὰ καὶ ροσμαρὶ καὶ δενδρολίβανα. Ἐφάγομεν τὸ λιτὸν δεῖπνόν μας, ἐπίομεν, ἐδευτερώσαμεν, κ᾿ ἐτριτώσαμεν μὲ τὴν φλάσκαν.

~ Ὅλα καλά, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε· μὰ ἔλα ποὺ ξέχασα νὰ στείλω χαμπάρι στὸ σπίτι σας…


~ Ἀλήθεια;… Ἑπόμενον ἦτο. Δὲν πειράζει, Κωσταντή.

Τὴν ἐπαύριον ἔμαθα ὅτι ἡ ἀδελφή μου ἡ νεωτέρα ἐπῆγε μεσάνυχτα, μαζὶ μὲ τὸν ἀνεψιόν μου, μ᾿ ἕνα φανάρι, κ᾿ ἐξύπνησε τὴν νεαρὰν γυναῖκα τοῦ Κωσταντῆ, ὁποὺ ἦτο ἔγκυος εἰς τὸν μῆνά της, διὰ νὰ πληροφορηθῇ. Τέλος ἔμαθαν ὅτι εἶχα ὑπάγει στὸ πανηγύρι, καὶ ἡσύχασαν.

~ Σήκω τώρα νὰ πηγαίνουμε. Θὰ εἶναι παραπάνω ἀπὸ δέκα ἡ ὥρα… Τὸ φεγγάρι ὅσον πάει καὶ γέρνει ἐκεῖ κάτω, καὶ θὰ τὰ βροῦμε σκοῦρα τὸν κατήφορον, ἀνάμεσα στὰ ρέματα καὶ στὸν ἐλαιῶνα.

~ Πᾶμε, μπάρμπ᾿ Ἀλέξανδρε.

Ἐσηκώθη, κ᾿ ἐφόρτωσε τὰ πράγματα εἰς τὸ ζῷον. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνεζήτει τὸ ψάθινο καπέλο του, καὶ δὲν ἐνθυμεῖτο ποῦ τὸ εἶχε πετάξει. Τέλος τὸ ηὕραμεν, τῇ βοηθείᾳ τοῦ κηρίου (ἢ τοῦ Κυρίου). Ἐγὼ εἶχα φορέσει τὸ ὑπόδημά μου. Ἐσβήσαμεν τὸ κηρί, καὶ τὸ ἔβαλα ἐγὼ στὴν τσέπη μου. Ἀνέβημεν τὸν μικρὸν ἀνηφορίσκον ἕως τὸν ζυγὸν τῶν δύο βουνῶν, μεταξὺ τῶν δύο ὑψωμάτων τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου καὶ τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου. Ἐκεῖ ἐκατηφορίσαμεν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Κεχριάν.

Τὸ φεγγάρι, ἥμισυ καὶ κάτι, ἔγερνε πρὸς τὸν Ἀραδιᾶν, τὸν δρυμῶνα, κ᾿ ἐχαμήλωνεν, ἐχαμήλωνεν. Ἀντικρὺ εἰς τὸ Πήλιον ἔμελλε νὰ κρυφθῇ μετὰ μίαν ὥραν τὸ πολύ, ἀλλὰ πρὶν νὰ κρυφθῇ, θὰ ἔχανε σχεδὸν τὸ φέγγος του, ὅσον θὰ ἐκοντοζύγωνεν εἰς τὸ μέγα βουνόν. Αἱ δρύες τοῦ Ἀραδιᾶ ἐφαίνοντο ὡς νὰ ἔρριπτον τὴν σκιάν των πρὸς τὸν οὐρανόν, καὶ τὸ φεγγάρι ἐθόλωνεν, ἐθόλωνε.

Ἐγὼ εἶχα τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ Κωστὴς θὰ ἤξευρε καλύτερ᾿ ἀπὸ ἐμὲ τὸν δρόμον, ὡς νέος, καὶ κατοικῶν διαρκῶς εἰς τὸν τόπον. Ἐκεῖνος ἐφρόνει ὅτι ἐγὼ θὰ ἐνθυμούμην καλύτερα τὰ κατατόπια, ὡς παλαιός, καὶ ἀγαπῶν τὰ ἐξωκκλήσια. Ἀλλ᾿ εἶχα δέκα χρόνια νὰ ὑπάγω στὴν Κεχριάν, ὁ δὲ Κωστής, ἂν καὶ βαθυκτήμων, δὲν εἶχεν ἐλαιῶνα πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος, καὶ δὲν ἐσύχναζεν. Οἱ δρομίσκοι τῆς ἐξοχῆς εἶναι σκολιοὶ καὶ ἄτακτοι. Ἄλλος καταπατεῖ τοῦ γείτονος τὸ κτῆμα, ἢ τὸ δημοτικόν, ἢ τὸ μοναστηριακόν, καὶ ὠθεῖ τὸν δρόμον πάρα ἔξω, ἄλλος ἀνοίγει μονοπάτι ὅπου φθάσῃ, μέσα εἰς τοὺς ἀγρούς, καὶ συντομεύει τὸν δρόμον, ἄλλος κτίζει καλύβην, στρώνει ἅλωνα, καὶ κατασκευάζει φράκτην πρὸς τὸ συμφέρον του. Καὶ τὸ φεγγάρι ἐχαμήλωνε. Τέλος ἐχάσαμεν, ὡς εἰκός, τὸν δρόμον. Ἔβγαλα τὸ σπαρματσέτον, καὶ τὸ ἤναψα. Ἐτρεπόμεθα δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἐγυρίζαμεν ἀποδῶ κι ἀποκεῖ, ἐκεῖνος καβάλα, ἐγὼ πεζός. (Ὁ Κωστὴς μοῦ ἐπρότεινε φιλοφρόνως νὰ κατέλθῃ καὶ νὰ ἱππεύσω, ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν συνηθίζω ποτὲ τὸ τοιοῦτον εἰς τὴν μικρὰν νῆσόν μου.)

Τέλος ὁ Κωσταντὴς κατῆλθεν ἐξ ὕψους τοῦ ὑποζυγίου του, μοῦ ἐπῆρε τὸ κηρί, κ᾿ ἐκοίταζε νὰ εὕρῃ τὸν δρόμον. Ὕστερα εἶπεν ὅτι τὸν ηὗρε, ἔσβησε τὸ κηρί, τὸ ἔβαλεν δὲν ἠξεύρω ποῦ, καὶ ἵππευσε πάλιν.

Καὶ πάλιν ἀπεπλανήθημεν. Ἐκοντεύαμεν ὣς τόσον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν Παναγίαν. Μᾶς ἐφαίνετο ὅτι ἐβλέπαμεν κάτι ν᾿ ἀσπρίζῃ κάτω ἐκεῖ, εἰς τὸ βάθος τῆς κοιλάδος, κάτι ὡς κτίριον, ὡς ἐκκλησίαν, ὡς μοναστηράκι· μίαν ἀκτῖνα ὡσὰν ἀπὸ πῦρ καταυλισμοῦ ἀνθρώπων ἀγρυπνούντων, ἀλλὰ τὸν δρόμον δὲν τὸν εὑρίσκαμεν· πῶς νὰ κατέλθωμεν ἐκεῖ; ᾘσθάνθημεν ὅτι ἐπέσαμεν δέκα πήχεις κάτω ἀπὸ τὸ ἐπίπεδον, ὅπου ἦτο τὸ μικρὸν παλαιὸν μονύδριον. Ἐφθάσαμεν εἰς ἄβατον. Οὔτε ἐμπρὸς οὔτε πίσω. Ὁ Κωσταντὴς ἐπέζευσε καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ σαμαρίου, καὶ μοῦ ἐζήτει τὸ κηρίον, διὰ ν᾿ ἀνάψῃ νὰ βρῇ τὸν δρόμον. Ἀλλ᾿ ἐγὼ ἐνθυμούμην ὅτι δὲν μοῦ εἶχε δώσει τὸ κηρίον. Τέλος ἔψαξεν εἰς τὸν κόρφον του, εἰς τὶς τσέπες του, εἰς τὸ ζεμπίλι, καὶ τὸ ηὗρε δὲν ἠξεύρω ποῦ. Ἔτριψεν ἓν πυρεῖον, δύο, τρία, πέντε, ἀλλὰ τοιοῦτον ἀεράκι, ἀπόγειον, ἐξήρχετο ἀπὸ τὸ βουνόν, ὥστε τὰ σπίρτα ἔσβηναν πρὶν ν᾿ ἀνάψουν. Τέλος κατώρθωσε ν᾿ ἀνάψῃ τὸ κηρί, ἀλλὰ μετὰ μίαν στιγμὴν τὸ ἔσβησε τὸ ἀεράκι.

Τέλος ὁ Παπᾶς ―τοιοῦτον παρατσούκλι ἔφερεν εἷς κηπουρός, ὅστις ἦτο εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, δὲν ἠξεύρω διατί ὁ αὐτὸς ἐκαλεῖτο καὶ Σκαρλᾶτος, ἀλλὰ τὸ καθαυτὸ ὄνομά του δὲν κατώρθωσα νὰ τὸ μάθω― μᾶς ᾐσθάνθη ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος, καὶ ἦλθεν εἰς βοήθειάν μας προτοῦ νὰ φωνάξωμεν ― διότι ἐντρεπόμεθα νὰ φωνάξωμεν. Ἦλθε καὶ μᾶς ἀνέβασε πρὸς τὰ ἐπάνω, καὶ μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κεχριάν.

Ὁ Γούμενος, νεαρὸς ρασοφόρος τὸν ὁποῖον εἶχε στείλει ὁ νεοχειροτόνητος Ἐπίσκοπος, εἶχε κοιμηθῆ, ἀφοῦ εἶχε κάμει ἑσπερινόν, διαρκέσαντα ἕως τὴν δεκάτην ὥραν. Ἦτο παρὰ μικρὸν μεσάνυχτα, ὅταν ἐφθάσαμεν. Ὁ Γούμενος δὲν ἐγνώριζε τὰ παλαιὰ ἔθιμά μας καὶ δὲν τὰ ἠσπάζετο. Τὰ κελλία κατερειπωμένα, ἓν μόνον εἶχεν ἀνακαινισθῆ ἐσχάτως, δαπάνῃ ἑνὸς κοσμικοῦ χριστιανοῦ. Ὁ ὀλίγος κόσμος, ὅστις εἶχεν ὁδοιπορήσει πρὸς τὰ ἐκεῖ διὰ νὰ ἑορτάσῃ τὰ Ἐννιάμερα τῆς Παναγίας ―τριάντα περίπου εὐλαβεῖς οἰκοκυράδες, καὶ ἄνδρες δέκα ἢ δεκαπέντε καὶ ἄλλα τόσα παιδιά― εἶχαν ὑπάγει διὰ ν᾿ ἀγρυπνήσουν ― ἄλλως, ποῖος θὰ ἐκόμιζε ροῦχα διὰ νὰ κοιμηθῇ; Καὶ ποῖος θὰ ἐπήγαινε διὰ νὰ κοιμηθῇ ἐν ὑπαίθρῳ; Ὁ Γούμενος εἶχε κοιμηθῆ στὸ κελλί.

Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακάκι, ψάλτης, ὅστις εἶχεν ὑπάγει ἀφ᾿ ἑσπέρας, μ᾿ ἐπληροφόρησεν ὅτι ὁ πάτερ Γεράσιμος εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ σηκωθῇ μετὰ μίαν ὥραν καὶ ν᾿ ἀρχίσῃ τὸν ὄρθρον. Καλά. Σημείωσις ὅτι τὸ παλαιὸν μονύδριον τῆς Κεχριᾶς ἦτο προσκολλημένον ὡς Μετόχι εἰς τὸ πάλαι ποτὲ σεβάσμιον κοινόβιον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, κ᾿ ἐκεῖθεν εἶχεν ἔλθει διὰ νὰ τελέσῃ τὴν πανήγυριν ὁ παπα-Γεράσιμος.

Φωτιὰ ἦτον ἀναμμένη εἰς τὸ προαύλιον. Γυναῖκες καὶ παιδιὰ ἐθερμαίνοντο εἰς τὸ πῦρ. Ἔκαμνε ψύχραν.

~ Πέτε μας καμμιὰν ἱστορία γιὰ κανένα στοιχειό, χριστιανοί, εἶπα ἐγώ, κ᾿ ἐκάθισα πλησίον εἰς τὸ πῦρ. Ἐδῶ στὸ ρέμα, τὸν κατήφορο, πόσα στοιχειὰ ἔβλεπαν, τὸν παλαιὸν καιρόν. Ποῦ ᾽κεῖνα τὰ χρόνια!

Ἤρχισε τὸ Μαριὼ τοῦ Μουσκαδοῦ, κ᾿ ἡ γρια-Ἀγάλλαινα, κ᾿ ἡ παπαδιὰ τοῦ Μπονάκη ἡ χήρα, ἡ μήτηρ τοῦ ἱεροψάλτου, νὰ μᾶς διηγῶνται διὰ στοιχειά. Ἀλλὰ διεφώνησεν ὁ κὺρ Μενέλαγος, ὅστις δὲν λείπει ἀπ᾿ ὅλα τὰ πανηγύρια, κι ὁ Στέργιος τῆς Μαλαματίνας, λέγοντες ὅτι αὐτοὶ δὲν πιστεύουν τὰ στοιχειά.

Παντοῦ παρουσιάζονται Ρωμιοὶ διὰ συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχουν στοιχειά. Ἐγὼ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἂν εἶχα ἐξουσίαν, θὰ ἔθετα φίμωτρον.

Ἔγινε δύο ἡ ὥρα, κι ὁ Γούμενος ἐκοιμᾶτο, κι ὁ κόσμος ἐκρύωνε. Ὁ Γιώργης τὸ Μπονακόπουλο μοῦ προσεφέρθη νὰ ὑπάγῃ νὰ ξυπνήσῃ τὸν Ἡγούμενον.

~ Ὄχι, μὴν τὸν ξυπνᾷς. Δὲν ἔχομε θάρρος στὸν ἄνθρωπον. Πᾶμε μέσα, κ᾿ ἐγὼ θ᾿ ἀρχίσω τὸν Πολυέλεον, διὰ νὰ πάρω τὴν μπόρα… δηλαδή, διὰ ν᾿ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην. Καὶ σύ, ἄνοιξε τὸ βιβλίον σου τὸ μουσικό, καὶ κελάδει το. Ἐγὼ θ᾿ ἀρχίσω τὸ «Δοῦλοι Κύριον». Κατόπιν ἐσὺ ἀρχινᾷς τὸ «Λόγον ἀγαθόν». Ἐγὼ δὲν ἦρθα διὰ τὸν Πολυέλεον· ἦρθα διὰ τὸ «Πεποικιλμένη».

Εἰσήλθομεν εἰς τὸν σεπτὸν ναΐσκον ― Βυζαντινόν, μὲ χηβάδας, καὶ μὲ τοιχογραφίας, καὶ ἠρχίσαμεν τὸν Πολυέλεον. Ὁ κόσμος ἔτρεξε κατόπιν μας, ἄναψαν πολλὰ κηρία αἱ γυναῖκες, κ᾿ ηὕραμεν θάλπος καὶ παραμυθίαν.

Μετὰ εἴκοσιν λεπτὰ ὁ Ἡγούμενος ἐπαρουσιάσθη. Εἴτε ἡ ψαλμῳδία μας τὸν ἐξύπνησεν, ἢ ἠθέλησε νὰ ἐξυπνήσῃ. Ἐπλησίασα πρὸς τὴν πύλην τοῦ ἱεροῦ τὴν βορείαν καὶ τοῦ ἐξηγήθην:

~ Πάτερ, διὰ νὰ μαζωχθῇ ὁ κόσμος, καὶ νὰ ζεσταθῇ, ἐκρίναμεν καλὸν ν᾿ ἀρχίσωμεν τὸν Πολυέλεον, χωρὶς νὰ σᾶς βιάσωμεν εἰς τίποτε. Πιστεύω ὅτι δὲν ἠνωχλήθητε.

~ Καλά, καλά.

Τέλος, ἠξιώθην νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη», καὶ τοῦτο ἀρκεῖ. Ὅταν ἐξήλθομεν ἀπὸ τὴν λειτουργίαν, περὶ τὸ λυκαυγές, ὁ Ἡγούμενος μειδιῶν μᾶς προσέφερεν ἐπὶ τῆς πεζούλας ἔξω τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐκαθίσαμεν, ροδάκινα καὶ ρακί, εὐλογίαν τοῦ Μοναστηρίου. Εἶχα ἀποποιηθῆ νὰ πίω καφέν, ὅταν μοῦ ἐπρόσφεραν αἱ γυναῖκες αἱ πανηγυρίστριαι, ἀλλ᾿ ὅταν ὁ Ἡγούμενος ἔστειλε τὸν πάτερ Παφνούτιον, πρῴην ὑπενωμοτάρχην, ὅστις εἶχε καλογηρέψει εἰς τὸ κελλί, καὶ μοῦ ἔφερε μεγάλην κούπαν καφέ, μοναστηριακὸν θαυμάσιον, δὲν ἠδυνήθην ν᾿ ἀρνηθῶ.

Ὕστερον ἔμαθα ὅτι, τὴν ὥραν ποὺ εἶχε κατεβῆ «μαχμουρλὴς» ὁ Γούμενος ἀπὸ τὸ κελλίον, μία τῶν γυναικῶν, ἡ ρηθεῖσα Μαριὼ τοῦ Μουσκαδοῦ, τὸν ἐπλησίασε καὶ τοῦ εἶπε:

~ Γέροντα, νὰ μοῦ κάμῃς μιὰ παράκληση, σὰν ἀπολύσῃ ἡ λειτουργία.

~ Δὲν λὲς αὐτουνοῦ ποὺ εἶναι μέσα νὰ σοῦ τὴν κάμῃ; ἀπήντησεν ὁ Γούμενος.

Ἐννοοῦσεν ἐμέ.


+ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1909


(Από Panteleimon Krouskos )

Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

Χρόνια Ειρηνικά

 🌺ΣΤΗΝ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ, ΟΣΟΥΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΑΓΑΠΟΥΜΕ ΠΡΟΣΕΥΧΗΤΙΚΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΠΑΡΑ ΤΟΥΣ ΑΧΡΑΝΤΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΔΑΣ.

🌹ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΕΙΡΗΝΙΚΑ, ΕΥΦΡΟΣΥΝΑ, ΘΕΟΤΙΜΗΤΑ!



Παρασκευή 15 Αυγούστου 2025

Να παρακαλείς την Παναγία, παιδί μου.

 


Να παρακαλείς την Παναγία, παιδί μου. 

Διότι όλοι οι Άγιοι παρακάλεσαν την Παναγία! 

Δεν δίνεται ένα Χάρισμα από τον Θεό εις τον άνθρωπο, 

ει μη δια μέσου της Παναγίας! 

Η Παναγία μοιράζει τα Χαρίσματα στον κόσμο. 

Η Παναγία τα μοιράζει!.


✝️Όσιος Εφραίμ Κατουνακιώτης

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025

Πάντα δίπλα μας


 _"... Βλέ­πον­τας τὴν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, ἀφιέρωσε τὴν καρ­διά σου σ' Αυ­τὴν ποὺ βα­σι­λεύ­ει στὸν Πα­ρά­δει­σο.

Κι εὐ­χα­ρί­στη­σέ Την, για­τὶ στά­θη­κε πάν­τα ἕτοι­μη στὸ θέ­λημα τοῦ Θεοῦ καὶ γιατὶ δὲν λεί­πει στὸν ἀόρατό μας πό­λε­μο ἡ προστασία Της καὶ ἡ βοή­θειά Της. 

Δὲν ὑπάρ­χει κα­νέ­νας ποὺ νὰ ἐπι­κα­λέ­στη­κε τὴν Παναγία μὲ πί­στη καὶ νὰ μὴν τὸν ἄκουσε μὲ εὐσπλαγχνία..."._


*Άγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης*

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2025

"Ώσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε".

 


Αλλοίμονο! Αμύητοι, άπιστοι, ακατάνυχτοι, είμαστε οι πιο πολλοί σήμερα, τώρα που έπρεπε να προσπέσουμε με δάκρυα καυτερά στην Παναγία και να πούμε μαζί με το Θεόδωρο Δούκα το Λάσκαρη, που σύνθεσε με συντριμένη καρδιά τον παρακλητικό κανόνα: «Εκύκλωσαν αι του βίου με ζάλαι ώσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε». 

«Σαν τα μελίσσια που τριγυρίζουνε γύρω στην κερήθρα, έτσι κ’ εμένα με ζώσανε οι ζαλάδες της ζωής και πέσανε απάνω στην καρδιά μου και την κατατρυπάνε με τις φαρμακερές σαγίτες τους. Άμποτε, Παναγiα μου, να σε βρω βοηθό, να με γλύτώσεις από τα βάσανα». 

Μα ποιος από μας γυρεύει βοήθεια από την Παναγία, από τον Χριστό κι’ από τους αγίους; Γυρεύουμε βoήθεια από το κάθετι, παρεκτώς από το Θεό. Αλλά τι βοήθεια μπορούνε να δώσουνε στον άνθρωπο τα είδωλα τα λεγόμενα «επιστήμη» και «τέχνη»; Ο άγιος Ισαάκ ο αναχωρητής λέγει: «Σ’ όλους τους δρόμους που πορεύονται oι άνθρωποι σε τούτον τον κόσμο δεv βρίσκουνε σε κανένα την ειρήνη, ως που vα σιμώσουμε στην ελπίδα του Θεού.


(+Φώτης Κόντογλου)

Τρίτη 5 Αυγούστου 2025

Οι Παναγίες του Αγίου Όρους

 

Παναγία η Παραμυθία! 


Η γλυκυτάτη αυτή εικόνα είναι τοιχογραφία του 14ου αι που βρισκόταν άλλοτε στην δεξιά άκρη του εξωνάρθηκα του Καθολικού και μετά την τέλεση του θαύματος μετεφέρθη σε ιδιαίτερο παρεκκλήσιο επ’ονόματι της Παναγίας της «Παραμυθίας».

Παλαιά υπήρχε η συνήθεια, βγαίνοντας οι πατέρες από το Καθολικό, μετά το τέλος της ακολουθίας του Ορθρου, να ασπάζωνται την υπάρχουσαν τότε εικόνα της Παναγίας στον εξωνάρθηκα και εκεί ο Ηγούμενος παρέδιδε τα κλειδιά της κλεισμένης τις βραδυνές ώρες πύλης της Μονής στον θυρωρό για να ανοίξει.

Η παράδοση αναφέρει ότι την 21ην Ιανουαρίου του 1320, όταν έδινε ο Ηγούμενος τα κλειδιά στον θυρωρό, η εικόνα ζωντάνεψε και η Παναγία φώναξε· «Μην ανοίξετε σήμερα την πύλη της Μονής, αλλ’ανεβήτε στα τείχη και διώξετε τους πειρατές.» Τότε – ω των θαυμασίων Σου Χριστέ Βασιλεύ- ο βρεφοκρατούμενος στις αγκάλες της Θεοτόκου Ιησούς, κινώντας το χεράκι Του έκλεισε το στόμα της Παναγίας Μητέρας Του και της είπε· «Μή Μητέρα μου, μή τους το λές. Αφησε τους να τιμωρηθούν όπως τους αξίζει, γιατί αμελούν τα μοναχικά τους καθήκοντα». Τότε η Κυρία Θεοτόκος με μεγάλη μητρική παρρησία προς τον Υιό και Θεό Της, πήρε το χεράκι του Χριστού και το κατέβασε από το στόμα Της και κλίνοντας προς τα δεξιά το κεφάλι Της, απέφυγε το χέρι του Χριστού και φώναξε στον Ηγούμενο για δεύτερη φορά· «Μην ανοίξετε σήμερα την πύλη της Μονής, αλλ’ανεβήτε στα τείχη και διώξετε τους πειρατές.» Και «κοιτάξετε να μετανοήσετε, γιατί ο Υιός μου είναι οργισμένος μαζί Σας.» Και επανέλαβε για τρίτη φορά «Σήμερα, μην ανοίξετε την πύλη της Μονής….». Μετά το τέλος του διαλόγου, η Κυρία Θεοτόκος και το Πανάγιον Βρέφος Της αποκαταστάθηκαν πάλι σαν εικόνα, πλην όμως στην μορφή που φαίνεται σήμερα, δηλαδή η Παναγία να κρατά το χεράκι του Χριστού κάτω απ’ το στόμα Της, να έχη γυρμένο το κεφάλι Της για να το αποφύγει και στην έκφραση του προσώπου Της να είναι γεμάτη με απέραντη επιείκεια, αγάπη και μητρική στοργή, ενώ ο Χριστός παρόλο που είναι βρέφος να έχη αυστηρό πρόσωπο σαν Κρητής.

Η εικόνα αυτή είναι όντως αχειροποίητος, διότι κατασκευάσθηκε στην μορφή που είναι σήμερα από την Χάρη του Θεού, μετά την θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας και την διάσωση της Μονής και ονομάσθηκε «Παναγία Παραμυθία», δηλαδή παρηγοριά. Οπως λένε οι προσκυνητές της Μονής, που δεν χορταίνουν να την βλέπουν η θέα της γλυκιάς εκφράσεως του προσώπου της Παναγίας ξεκουράζει και παρηγορεί την ψυχήν του ανθρώπου.


Με το θαύμα αυτό φανερώνεται για άλλη μια φορά, σύμφωνα με την κοινή πεποίθηση της Εκκλησίας, η μητρική παρρησία της Θεοτόκου στο να μεσιτεύει για τις αμαρτίες του ανθρωπίνου γένους «πρός τον Υιόν και Θεόν Αυτής» και στο να το σώζει με τις πρεσβείες Της, από τα δεινά που δίκαια του αξίζουν για το πλήθος των αμαρτιών του.

Μετά την τέλεση του θαύματος οι μοναχοί διατηρούν ακοίμητο κανδήλι μπροστά στην εικόνα. Τελείται δε θεία λειτουργία κάθε Παρασκευή στο ιδιαίτερο παρεκκλήσιο της Παραμυθίας και ψάλλεται καθημερινά παράκληση. Παλαιότερα επίσης υπήρχε και η συνήθεια οι κουρές των μοναχών να γίνονται σ’αυτό το παρεκκλήσιο.

Με αυτή την εικόνα συνδέεται και ο βίος του οσίου Νεοφύτου, ο οποίος διετέλεσε «προσμονάριος» της Παραμυθίας. Κάποτε ο όσιος στάλθηκε από την Μονή να υπηρετήσει ένα χρονικό διάστημα σε κάποιο μετόχι στην Εύβοια. Εκεί ασθένησε βαριά και παρεκάλεσε την Παναγία να τον αξιώσει να πεθάνει στην μονή της μετανοίας του. Αμέσως τότε άκουσε ενδόμυχα την φωνή της Παναγίας να του λέει: “Νεόφυτε, πήγαινε στην Μονή σου και μετά από ένα χρόνο, να είσαι έτοιμος”. Ευχαριστώντας την Παναγία ο όσιος για την παράταση της ζωής που του δόθηκε, είπε στον υποτακτικό του να ετοιμασθούν για την επιστροφή στην Μονή.

Πράγματι, μετά την παρέλευση του έτους, μια μέρα αφού κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων, ανεβαίνοντας την σκάλα μπροστά στο παρεκκλήσιο της Παραμυθίας, άκουσε πάλι την φωνή της παναγίας: “Νεόφυτε, ο καιρός της εξόδου σου έφτασε”. Πηγαίνοντας λοιπόν ο όσιος στο κελλί του, αδιαθέτησε και αφού έλαβε συγχώρηση από όλη την αδελφότητα, παρέδωσε το πνεύμα στην αγκάλη της Θεοτόκου.


Δευτέρα 4 Αυγούστου 2025

Η μάνα Παναγιά


 Ἡ Παναγία εἶναι τό πνευματικό στόλισμα τῆς ὀρθοδοξίας. Γιά μᾶς τούς Ἕλληνες εἶναι ἡ πονεμένη μητέρα, ἡ παρηγορήτρια κ’ ἡ προστάτρια, πού μᾶς παραστέκεται σέ κάθε περίσταση.

Σέ κάθε μέρος τῆς Ἑλλάδας εἶναι χτισμένες ἀμέτρητες ἐκκλησιές καί μοναστήρια, παλάτια αὐτηνῆς τῆς ταπεινῆς βασίλισσας, κι’ ἕνα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στά βουνά, στούς κάμπους καί στά νησιά, μοσκοβολημένα ἀπό τήν παρθενική καί πνευματική εὐωδία της.

Μέσα στό καθένα ἀπό αὐτά βρίσκεται τό παληό καί σεβάσμιο εἰκόνισμά της μέ τό μελαχροινό καί χρυσοκέρινο πρόσωπό της, πού τό βρέχουνε ὁλοένα τά δάκρυα τοῦ βασανισμένου λαοῦ μας, γιατί δέν ἔχουμε ἄλλη νά μᾶς βοηθήσει, παρεκτός ἀπό τήν Παναγία, «ἄλλην γάρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοί πρός Θεόν ἐν κινδύνοις καί θλίψεσιν ἀεί μεσιτείαν, οἱ κατακαμπτόμενοι ὑπό πταισμάτων πολλῶν».

Τό κάλλος τῆς Παναγίας δέν εἶναι κάλλος σαρκικό, ἀλλά πνευματικό, γιατί ἐκεῖ πού ὑπάρχει ὁ πόνος κ’ ἡ ἁγιότητα, ὑπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό.


✝️κυρ Φώτης Κόντογλου

Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Οι Παναγίες του Αγίου Όρους

 


Παναγία η Γοργοεπήκοος - Ιερά Μονή Δοχειαρίου 

Στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους βρίσκεται από το 1646 η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Γοργοεπηκόου, προσωνύμιο δοσμένο από την ίδια τη Θεοτόκο, λόγω του ότι υπακούει γρήγορα τις δεήσεις των πιστών της. 

Λέγεται πως το έτος εκείνο η μονή δεν είχε τα χρήματα να πληρώσει τους φόρους στους Τούρκους κατακτητές, ο τραπεζάριος του μοναστηριού περνούσε μπροστά από την εικόνα με αναμμένα δαδιά, μαυρίζοντάς τη. Την πρώτη φορά καταφρόνησε τη φωνή που βγήκε από την εικόνα, λέγοντάς του να μην περνά μπροστά από αυτή, ατιμώντας τη, και τη δεύτερη, συγχρόνως με τη φωνή, έχασε το φως του. Αντιλαμβανόμενος τότε, το σφάλμα του, κατασκεύασε ένα στασίδι μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, παρακαλώντας τη να του συγχωρέσει το αμάρτημά του και να του χαρίσει το φως, ώστε βλέποντάς την εικόνα Της να τη δοξάζε. Η προσευχή του εισακούστηκε, βρήκε ξανά το φως του και φτιάχτηκε ένα παρεκκλήσι προς τιμήν της Παναγίας Γοργοϋπηκόου.

Σάββατο 2 Αυγούστου 2025

Ας νηστέψουμε για την ΠΑΝΑΓΙΑ!


《 Ας νηστέψουμε 

για την ΠΑΝΑΓΙΑ!


Για τη Χάρη 

και την Αγάπη Της. 


Ας νηστέψουμε

 για Εκείνη 

όχι 

για δίαιτα

ή υγιεινή διατροφή...



Ας νηστέψουμε,

 γιατί Την αγαπάμε, 

γιατί Την λατρεύουμε,

γιατί δεν μας αφήνει

 ποτέ μόνους!


Ας νηστέψουμε

 με χαρά,

 με φως, 

με αγάπη για όλους. 


Όχι με νεύρα.

 

Όχι με κουτσομπολιό

 και σκληρότητα. 



ΑΣ ΝΗΣΤΕΨΟΥΜΕ ΑΠΟ ΑΓΑΠΗ 

ΚΙ ΌΧΙ ΑΠΟ ΑΝΑΓΚΗ. 


ΜΕ ΛΕΒΕΝΤΙΑ

ΚΙ ΑΡΧΟΝΤΙΑ. 


ΚΙ ΑΣ ΜΗ ΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ.


 "ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ, ΦΕΤΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΣΟΥ ΖΗΤΗΣΩ ΤΙΠΟΤΑ,

 ΜΟΝΟ

ΕΣΕΝΑ ΘΕΛΩ

 ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ!"


ΓΙΑΤΙ ΞΕΡΩ … 

ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ 

ΝΑ ΜΗΝ ΈΧΩ, ΌΤΑΝ ΈΧΩ ΕΣΕΝΑ ΈΧΩ ΤΑ ΠΑΝΤΑ!!!》 


π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος.

(π.Λίβυος)

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2025

Παναγία των Βλαχερνών

 *Τῇ Βʹ (2ᾳ) τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, μνήμην ποιούμεθα τῆς ἐν τῇ Ἁγίᾳ σορῷ καταθέσεως τῆς τιμίας Ἐσθῆτος τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐν Βλαχέρναις, ἐπὶ Λέοντος τοῦ μεγάλου, καὶ Βηρίνης τῆς αὐτοῦ γυναικός.*



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. δ’.

Θεοτόκε ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Ζώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα, ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις καινοτομεῖται καὶ χρόνος, διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Στο ναό των Βλαχερνών, που είχε κτίσει η βασίλισσα Πουλχερία, κόρη του αυτοκράτορα Αρκαδίου και σύζυγος του αυτοκράτορα Μαρκιανού (451 - 457 μ.Χ.), είχαν κατατεθεί τα σπάργανα (εντάφια) της Θεοτόκου, τα όποια είχαν σταλεί από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιουβενάλιο (βλέπε ίδια ημέρα). Όταν δε ήταν αυτοκράτορας ο Λέων Α' ο Θράξ (457 - 474 μ.Χ.), οι πατρίκιοι Γάλβιος και Κάνδιδος έφεραν από τα Ιεροσόλυμα και την τίμια εσθήτα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Λέων την παρέλαβε και την κατέθεσε στο ναό των Βλαχερνών, μέσα σε χρυσή λάρνακα.

Η εσθήτα αυτή υπήρχε μέσα στο ναό των Βλαχερνών μέχρι το έτος 820 μ.Χ. Αλλά ο ναός αυτός το 1070 μ.Χ. κάηκε και κατόπιν, αφού ανοικοδομήθηκε, από απροσεξία ξανακάηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1434 μ.Χ. Βέβαια, πάντα τα τίμια αντικείμενα της Υπεραγίας Θεοτόκου γίνονται αφορμή στους αγωνιζόμενους χριστιανούς να μιμηθούν την αρετή της. Και όπως, λοιπόν, αυτή «διετήρει πάντα τὰ ρήματα (τοῦ Κυρίου) ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκά, θ' 51.)

Βοήθεια μας!!

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς!

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

Η Ζωοδόχος Πηγή

 


Αρχιμανδρίτης Μελέτιος Απ. Βαδραχάνης

Η Εκκλησία μας κάθε χρόνο γιορτάζει, την Παρασκευή της Διακαινησίμου εβδομάδος, την εορτή της Ζωοδόχου ή Ζωηφόρου Πηγής. Η εορτή αυτή καθιερώθηκε ως εξής. Στη Κων/πολη, τον 5ο αιώνα, ανευρέθη υπό του βασιλέως Λέοντος Α΄ του Θρακός (457-474), του επικαλουμένου Μακέ(λ)λη, αγίασμα της Παναγίας, πλησίον του οποίου ο βασιλεύς έκτισε μεγαλοπρεπέστατο ναό αφιερωμένο στη Ζωοδόχο ή Ζωηφόρο Πηγή, δηλαδή την Παναγία μας. Η Παναγία μας ονομάζεται έτσι, γιατί δέχθηκε μέσα στα σπλάχνα της τον χορηγό και εξουσιαστή της ζωής τον Χριστό. Έτσι για το αγίασμα που ανέβλυζε συνεχώς και παρείχε ιάσεις δίπλα στο ναό δεν μπορούσε να υπάρξει καλύτερο όνομα. Τα εγκαίνια του ναού αυτού ετελέσθησαν την Παρασκευή της Διακαινησίμου εβδομάδος και έκτοτε καθιερώθηκε να γιορτάζει η Εκκλησία μας τη μνήμη των εγκαινίων αυτού του ναού κάθε χρόνο την ίδια μέρα.

Ο ναός αυτός υπέστη κατά καιρούς διάφορες καταστροφές από σεισμούς και επιδρομές εχθρών, με μεγαλύτερη καταστροφή κατά την τουρκοκρατία, οπότε κατεδαφίσθη ολοσχερώς. Ανοικοδομήθηκε και πάλι το 1833-1834 (εντός 15 μηνών) επί σουλτάνου Μαχμούτ του Β΄ και πατριάρχου Κωνσταντίου του Α΄. Είναι ο γνωστός ναός της Ζωοδόχου Πηγής του Μπαλουκλή. Ο περιηγητής Gerlach (1576) αναφέρει για πρώτη φορά τους θρυλικούς ιχθύς εκ των οποίων προήλθε και η τουρκική ονομασία Μπαλουκλή (Θ.Η.Ε. 5,1242).

Έτσι την Παναγία μας, που την τιμάμε όλη την διάρκεια της Σαρακοστής με την ακολουθία των Χαιρετισμών, την τιμάμε και αμέσως μετά την ανάσταση με τη γιορτή της Ζωοδόχου Πηγής. Θα λέγαμε ότι η γιορτή αυτή είναι και η πρώτη θεομητορική γιορτή μετά την ανάσταση του Χριστού. Και η γιορτή αυτή δεν είναι τόσο η ανάμνηση του σπουδαίου αυτού γεγονότος, της ευρέσεως δηλαδή του αγιάσματος της Παναγίας μας και της ανεγέρσεως του ναού, όσο ένας πανηγυρισμός και μία υπενθύμιση της ζωντανής πραγματικότητας, ότι η Παναγία μας -κατ’ άνθρωπον- είναι η πηγή της ζωής. Ότι ο Χριστός είναι η αληθινή ζωή. Ότι ο Χριστός μας είναι ο χορηγός της ζωής.

Λέγει ο Μωυσής στο Δευτερονόμιο (8,3)· «Ο Θεός σας ταλαιπώρησε, σας άφησε και πεινάσατε και μετά σας έστειλε το μάννα, που δεν το ξέρανε οι πατέρες σας. Και το έκανε αυτό για να αντιληφθείτε «ότι ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι τω εκπορευομένω δια στόματος Θεού». Δηλαδή ο άνθρωπος ζει θαυματουργικά ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν τα υλικά εφόδια, όταν το θέλει ο Θεός. Έτσι οι Ισραηλίτες ενώ πέρασαν σαράντα χρόνια πεζοπορώντας στην έρημο, εν τούτοις, τα ρούχα τους και τα παπούτσια τους δεν πάλιωσαν και δεν φθάρθηκαν, τα δε πόδια τους δεν πιάσανε κάλους (Δευτ. 8,4). Το ρητό αυτό του Δευτερονομίου το ανέφερε ο Χριστός στους πειρασμούς του, όταν ο διάβολος του είπε να κάνει τις πέτρες ψωμιά. Ο Χριστός ως άνθρωπος, όπως και ο Μωυσής και ο Ηλίας, έζησαν σαράντα μερόνυχτα χωρίς τροφή με τη δύναμη του Θεού. Εδώ είναι και το νόημα της νηστείας. Λέμε· «δεν μπορώ να ζήσω χωρίς κρέας και χωρίς γάλα και τις άλλες αρτύσιμες τροφές». Κι όμως απαιτεί η Εκκλησία μας να νηστεύσουμε, για να μας διδάξει ότι ο Θεός δίνει ζωή· όχι οι τροφές αυτές καθ’ εαυτές. Συνήθως εμείς νομίζουμε πως οι ανάλογες θερμίδες που λαμβάνουμε καθημερινά αυτές μας συντηρούν στη ζωή. Επίσης νομίζουμε ότι η υλική τροφή έχει ζωτικές ουσίες από μόνη της και συνεπώς έχει τη δύναμη να μας ζωοποιεί. Ενώ στην πραγματικότητα ακόμη και οι τροφές μας συντηρούν, διότι υπάρχει η θεία ενέργεια μέσα σ’ αυτές. Η τροφή από μόνη της δεν έχει ζωή και δεν μπορεί να δώσει ζωή.

Αν παρατηρήσουμε με προσοχή τα δελτία ειδήσεων των μέσων ενημερώσεως ή διαβάσουμε πολιτικά και στρατιωτικά περιοδικά, θα διαπιστώσουμε ότι συνεχώς μιλάνε για «ζωτικά εδάφη» ή «για ζωτικά συμφέροντα» ή για «ζωτικές ανάγκες». Και τα λέμε αυτά, διότι έχει απομακρυνθεί ο άνθρωπος από την αλήθεια του ευαγγελίου τόσο, ώστε να πιστεύει ότι τα εδάφη που έχουν πετρέλαιο ή ουράνιο ή πολύτιμα μεταλλεύματα, ή τα υλικά συμφέροντα που έχει σε διαφόρους τομείς αυτά είναι που του χορηγούν ζωή. Και, χάριν αυτής της υλικής ζωής που νομίζει ότι αυτά του χορηγούν, κάνει πολέμους αιματηρότατους, καταστρέφει οικολογικά τον πλανήτη μας, καταστρέφει τον πολιτισμό μας, βυθίζει στο πένθος και στον πόνο μεγάλα τμήματα της γης. Κι ενώ κάθε κράτος διώκει απηνώς τους ληστές, δολοφόνους, τρομοκράτες που βρίσκονται στην επικράτεια του, εν τούτοις, σε κρατικό επίπεδο εφαρμόζει τις ίδιες μεθόδους με τους εκτός νόμου ευρισκομένους πολίτες του. Να η κατάντια που φθάνουμε, λόγω της ειδωλολατρίας μας και της αλλοτριώσεως μας από το Θεό.

Εκτός όμως από την υλική ζωή που παρέχει ο Θεός, την παροδική και θνητή, παρέχει και την αιώνια, την άφθαρτη, την ουράνια. Η ζωή η επί γης έχει μικρή αξία αυτή καθ’ εαυτή. Η ζωή η αιώνια έχει την αιώνια αξία. Δεν μας έπλασε ο Θεός για να ζούμε εξήντα ή εβδομήντα ή περισσότερα ή λιγώτερα χρόνια. Είμαστε λογικά όντα αθάνατα. Σε τρία- τέσσερα εκατομμύρια είδη ζώων, μόνο ο άνθρωπος έχει λογική, συνείδηση, πολιτισμό, πόθο αιωνιότητας. Μόνο ο άνθρωπος τα έχει αυτά, γιατί μόνο ο άνθρωπος πλάστηκε γι’ αυτό το σκοπό.

Στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο, στο 6ο κεφάλαιο, ο Χριστός, αφού τον αναζήτησαν οι Εβραίοι για να τον συναντήσουν, μετά το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχυλίων, τους είπε· «με ζητάτε όχι γιατί είδατε θαύματα, αλλά γιατί φάγατε από τους άρτους και χορτάσατε. Τα ενδιαφέροντά σας είναι κυρίως υλικά. Μη ενδιαφέρεσθε όμως αποκλειστικά και μόνο για την τροφή που φθείρεται, αλλά κυρίως να ενδιαφέρεσθε για την τροφή που μένει άφθαρτη και σας χαρίζει την αιώνια ζωή και την οποία τροφή θα σας δώσει ο υιός του ανθρώπου». Μετά απ’ αυτή τη σύσταση και επειδή τον προκάλεσαν οι Εβραίοι να κάνει ένα θαύμα παρόμοιο με το θαύμα που έκανε ο Μωυσής, όταν τους έδιδε το μάννα από τον ουρανό, ο Χριστός τους είπε ότι ο Μωυσής τους έδωσε τον άρτο από τον ουρανό, αλλά ο πατέρας μου σας δίδει αυτή τη στιγμή τον άρτο από τον ουρανό αλλά τον αληθινό άρτο». Το μάννα ήταν μεν τροφή από τον ουρανό αλλά υλική. Διατηρούσε μόνο την βιολογική ζωή. Ο αληθινός άρτος δίνει την αιώνια ζωή.

Μετά την αποκάλυψη αυτή, ο Χριστός είπε πολύ βαρυσήμαντα αλλά και πολύ ακατανόητα και παράδοξα λόγια. «Ο πατέρας μου δίνει τον άρτον τον εκ του ουρανού, τον άρτο τον αληθινό, αυτόν που δίνει ζωή στον κόσμο». Και όταν του είπαν οι Εβραίοι να τους δώσει απ’ αυτό τον άρτο, εκείνος τους αποκάλυψε ότι· «Εγώ ειμί ο άρτος της ζωής», δηλαδή ο άρτος που δίνει ζωή. «Αυτός που έρχεται κοντά μου δεν θα πεινάσει, κι αυτός που πιστεύει σε μένα δεν θα διψάσει ποτέ». Άρχισαν να γογγύζουν οι Εβραίοι, γιατί ο Χριστός ονόμασε τον εαυτό του «άρτο ζωής». Όταν τους χόρτασε υλικά με θαύμα, δεν γόγγυσαν και τον θεωρούσαν προφήτη και ήθελαν να τον κάνουν βασιλιά. Τώρα όμως που αντιλαμβάνονται ότι χάνουν το υλικό φαγοπότι γογγύζουν. Να ποια είναι τα κύρια ενδιαφέροντα των ανθρώπων.

Ο Χριστός όμως το επανάλαβε ξανά και τους είπε ότι οι πατέρες τους φάγανε στην έρημο το μάννα, που το θεωρούσαν άρτο ουράνιο, αλλά πεθάνανε. Ενώ ο άρτος αυτός, που είναι ο εαυτός του, όποιος τον τρώγει δεν πεθαίνει. Άρα προσέξτε· σας ελευθερώνω από τον θάνατο· μην έχετε το νου σας όλο στην φθαρτή ζωή και τροφή. «Εγώ ειμί ο άρτος ο ζων», δηλαδή ο ζωντανός άρτος, «ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου ζήσεται εις τον αιώνα. Και ο άρτος δε ον εγώ δώσω, η σάρξ μου εστίν, ην εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα…ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ». Με τα λόγια αυτά ο Χριστός αποκαλύπτει ότι την αληθινή και αιώνια ζωή την αποκτά κανείς με τη συμμετοχή του στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας.

Να λοιπόν το μήνυμα της γιορτής της Ζωοδόχου Πηγής. Μας υπενθυμίζει, για άλλη μια φορά, ότι η Παναγία μας γέννησε τον Χριστό, ο οποίος είναι η ζωή και ο χορηγός της ζωής. Ο χορηγός υλικής και πνευματικής ζωής, θνητής και αθανάτου, φθαρτής και αφθάρτου. Και ότι με τα μυστήρια της Εκκλησίας μας μπορούμε και εμείς να ενωθούμε με το Χριστό και ν’ αποκτήσουμε ζωή αιώνια, αληθινή, ευτυχισμένη.

Σάββατο 5 Απριλίου 2025

Οἱ Χαιρετισμοὶ τῆς Παναγίας ἔχουν πολλὴ Χάρη


– Κάποιος, Γέροντα, μᾶς ρώτησε: «Ἀφοῦ ἡ σωτηρία μας εἶναι στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, γιατί, ὅταν ἐπικαλούμαστε τὴν Παναγία, λέμε: «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς»;

– Ἂς ποῦμε, μιὰ γυναίκα ἔχει γειτόνισσα τὴν μάνα ἑνὸς ὑπουργοῦ καὶ τὴν παρακαλεῖ νὰ φροντίση, ὥστε νὰ βρεθῆ μιὰ δουλειὰ γιὰ τὸ παιδί της. Ἡ γειτόνισσα προθυμοποιεῖται, ὅμως δὲν θὰ βρῆ ἡ ἴδια τὴν δουλειά, ἀλλὰ θὰ παρακαλέση τὸν γυιό της, ποὺ ὡς ὑπουργὸς ἔχει αὐτὴν τὴν δυνατότητα καὶ θὰ κάνη τὸ χατίρι τῆς μάνας του. Ἔτσι κι ἐμεῖς, παρακαλοῦμε τὴν Παναγία νὰ μᾶς σώση καὶ ἡ Παναγία παρακαλεῖ τὸν Υἱό Της ποὺ ἔχει αὐτὴν τὴν δύναμη. Καὶ Ἐκεῖνος Τῆς κάνει τὸ χατίρι, γιατὶ ἀγαπάει πολὺ τὴν Μητέρα Του.

– Γέροντα, στὴν Παναγία προσεύχομαι μὲ περισσότερη ἄνεση ἀπὸ ὅ,τι στὸν Χριστό. Μήπως αὐτὸ εἶναι ἀνευλάβεια;

– Κι ἐγὼ ἔτσι νιώθω. Ἀπὸ πολὺ σεβασμὸ στὸν Χριστό, νιώθω περισσότερη ἄνεση στὴν Παναγία, ὅπως καὶ τὰ παιδιὰ – καὶ μεγάλα ἀγόρια νὰ εἶναι – πηγαίνουν στὴν μάνα μὲ περισσότερο θάρρος ἀπὸ ὅ,τι στὸν πατέρα, ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς τὸν πατέρα.

Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔχουν πραγματικὴ εὐλάβεια καὶ σεβασμὸ στὸν Χριστό, συστέλλονται μπροστὰ στὸν Χριστό, ἐνῶ στὴν Παναγία ἔχουν περισσότερο θάρρος καὶ Tὴν πλησιάζουν ἄνετα, γιατὶ ἡ Παναγία ἀνήκει στὸ γένος τὸ ἀνθρώπινο.

– Καμμιὰ φορά, Γέροντα, ὅταν κάνω μετάνοιες, ψάλλω τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας ἢ λέω τοὺς Χαιρετισμούς. Μήπως, ὅταν κάνω μετάνοιες, πρέπει νὰ λέω μόνον τὴν εὐχή;

– Ὄχι, κάνε ὅπως ἀναπαύεσαι, γιατὶ καὶ ἡ Παναγία στὸν Χριστὸ τὰ πηγαίνει ὅλα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν στοργὴ καὶ τὴν τρυφερότητά Της γεμίζει τὴν ψυχή μας ἀπὸ ἀγάπη καὶ ἔρωτα πρὸς τὸν Χριστό. Ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Παναγία νὰ μοῦ πάρη τὴν καρδιὰ καί, ἀφοῦ πρῶτα τὴν καθαρίση, νὰ τὴν κόψη στὰ τέσσερα: Τρία κομμάτια νὰ δώση στὴν Ἁγία Τριάδα καὶ ἕνα κομμάτι νὰ κρατήση Ἐκείνη.

– Γέροντα, ὅταν λέω τὴν εὐχή, μπορεῖ νὰ περάση πολλὴ ὥρα καὶ νὰ μὴν κάνω κανένα κομποσχοίνι στὴν Παναγία, γιατὶ δὲν μπορῶ νὰ ἀφήσω τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.

– Φοβᾶσαι μήπως παρεξηγηθῆ ἡ Παναγία; Εὐλογημένη, δὲν εἴπαμε ὅτι οἱ προσευχὲς πρὸς τὴν Παναγία καὶ πρὸς ὅλους τοὺς Ἁγίους ἀπευθύνονται στὸν Χριστό; Νὰ κάνης ὅπως νιώθεις. Δὲν παρεξηγεῖται ἡ Παναγία οὔτε οἱ Ἅγιοι.

– Γέροντα, σὲ μιὰ ἀτομικὴ ἀγρυπνία ποὺ τὴν ἀφιερώνω στὴν Παναγία τί νὰ κάνω;

– Νὰ συλλογίζεσαι προηγουμένως τὴν Παναγία. Σ’ αὐτὸ μποροῦν νὰ σὲ βοηθήσουν καὶ μερικὰ τροπάρια ἀπὸ τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας ἢ ἀπὸ τὸ Θεοτοκάριο ἢ ἀπὸ τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο. Μετὰ νὰ συνεχίσης μὲ εὐχὴ καὶ ὅ,τι ἄλλο «δόξῃ τῷ Προεστῶτι»[4] τοῦ ἑαυτοῦ σου, ἤγουν «τῷ τυπικῷ τῆς καρδίας σου».

– Γέροντα, οἱ Χαιρετισμοὶ τῆς Παναγίας εἶναι δοξολογία;

– Δοξολογία εἶναι. Μπορεῖς νὰ τοὺς λὲς σὰν εὐχαριστία στὴν Παναγία, ὅταν ἐκπληρώνη κάποιο αἴτημά σου. Ὄχι ὅλο νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀλλὰ νὰ Τὴν εὐχαριστοῦμε κιόλας. Οἱ Χαιρετισμοὶ τῆς Παναγίας ἔχουν πολλὴ Χάρη. Ἀνώνυμος τοὺς ἔγραψε. Νὰ τοὺς μάθης ἀπ’ ἔξω καὶ νὰ τοὺς λὲς καὶ μέσα στὴν ἡμέρα.


✝️Ἅγιος Παΐσιος ὁ Αγιορείτης

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

Η γλυκειά μας Μανούλα


 ~Τρεχάτε, λοιπόν, διότι ἐμᾶς περιμένει

 ἡ γλυκειά μας Μανούλα !

~ Μή προσέχετε εἰς τούς Ἀγγέλους, διότι γέγραπται μήτε οἱ Ἄγγελοι νά μᾶς χωρίσουν ἐκ τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ…

Καὶ ἰδού, ὁ καλός θυρωρός μᾶς ἀνοίγει, ὁ πυρίμορφος Ἄγγελος καὶ ἡ γλυκειά μας Μανούλα, ὡσεὶ χιὼν λευκή, ἐγείρεται καὶ μᾶς κάμνει ὑποδοχήν!…

Ὦ γλυκειά μας Μανούλα, ὦ φῶς τῆς ψυχῆς μας, ὦ ἀγάπη ἀνόθευτος, ὦ ζωή τῆς ψυχῆς μας!

Μέ τό ὄνομά Σου στό στόμα νά ξεψυχίσωμε, μέ ἕνα γλυκύτατον φίλημα νά μᾶς παραλάβης καί εἰς τούς κόλπους Σου νά ὑποδεχθῆς! Ὦ μάννα, μέλι καὶ νέκταρ γλυκύτατον, ὦ εὐωδία καὶ μυρίπνοον ἄρωμα!…

Πέσατε, λοιπόν, χάμω καί ἀσπασθῆτε τήν γλυκειά μας Μανούλα -πόδας, χείρα καὶ στόμα- καὶ λάβετε εὐωδίαν ἄρρητον ἀπό Ἁγίαν Παρθένον! Μή διστάζετε, ὅτι Αὐτὴ μόνη τόν τρόπον μοί ἐδίδαξε καὶ τήν παρρησίαν καὶ ἄγαπην μοὶ ἔδειξε καὶ μοῦ ἔδωσε!…

Φράσον εἰς ἡμᾶς, γλυκειά μας Μανούλα, τό μυστήριον τῆς ἀπορρήτου οἰκονομίας Σου καί τῆς μετά Σοῦ καὶ ἡμῶν συγγενείας. Ἐσύ, Μανούλα γλυκυτάτη, ὅπου βαστάζεις διά παντός τό γλυκύτατον Βρέφος στήν ἀγκαλιά Σου.

Ἐκεῖνο ὅπου βαστάζει τά πάντα διά τοῦ νεύματος, τό Μικρουλάκι δι’ ἡμᾶς ἐν χρόνῳ καὶ Ἄχρονον καὶ Παλαιόν Ἡμερῶν- εἶπε εἰς ἡμᾶς μέ τό μυρίπνοον στοματάκι Σου αὐτά, ὅπου οὐ δύνανται Ἄγγελοι παρακύψαι, τά ὁποῖα ἡμεῖς ἠξιώθημεν!…

Καὶ ἀκούσατε, ἀδελφές μου ἠγαπημένες, καὶ πάλιν: ὁπόταν τελῆται ἡ Θεία Μυσταγωγία, δίδει ἡ γλυκειά μας Μανούλα τό Βρέφος, καί θύεται δι’ ἡμᾶς καὶ ὁπόταν ἡμεῖς κοινωνοῦμεν ἀξίως διά προηγησαμένης νηστείας, διά προαιρετικῆς ἀγρυπνίας, διά κατανυκτικῆς προσευχῆς, ἐσθίομεν τό Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καί τό Αἷμα αὐτό ποὺ ἔλαβεν ἀπό τό Πανάχραντον Αἷμα τῆς Παναγίας.

 Ἐπίσης, τό Σῶμα τοῦ Κυρίου ἐσθίοντες, θηλάζομεν συνεχῶς τό γάλα τῆς Παναγίας, ὁπότε τί γίνεται εἰς ἡμᾶς; Γινόμεθα γνήσια τέκνα τῆς Παναγίας καί ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ καί κατά χάριν υἱοὶ καί τέκνα Θεοῦ. Καί ὁπόταν ἡμεῖς τόν Χριστόν περιέχομεν ἀπορρήτως εἰς τήν ψυχήν καὶ εἰς τό σῶμα, ἀνουσίως (ὄχι κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ κατά χάριν) – ἐπειδή εἶναι σύν Πατρὶ ἀδιαίρετος – καί τόν Πατέρα συνέχομεν ὁμοῦ καί τό Ἅγιον Πνεῦμα!

Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπερφυεστάτη συγγένεια ὅπου ἀπό τήν Παναγία καί γλυκειά μας Μανούλα ἐλάβομεν!

Βλέπετε ὁποίας δωρεὰς μᾶς ἠξίωσε ἡ γλυκειά μας Μανούλα; Βλέπετε πόσον χρεωστοῦμεν νά ἀγαπῶμεν Αὐτήν;

Δι’ αὐτό πρέπει ἀδιαλείπτως ὡς βρέφη νά προσεγγίξωμεν καί συχνά τόν θεῖον μαστόν Της νά λαμβάνωμεν νά θηλάζωμεν ὡς ἄκακα τέκνα της.

 Εἰς κάθε φορὰν ὅπου μέλλει νά κοινωνήσωμεν, νοερῶς νά λαμβάνωμεν τόν μαστόν νά θηλάζωμεν καί ὁ γλυκύς Ἰησοῦς ὁ μικρούλης εἰς τήν ἀγκάλήν Της, ὑποχωρεῖ καί μᾶς δίδει τήν ἄδειαν- δέν ζηλοτυπεῖ εἰς τήν ἄφθονον διανομήν τῆς Μανούλας Του, ἀλλὰ χαίρεται καὶ μᾶς προσκαλεῖ.

 Τυλιχθῆτε ὡς βρέφη εἰς τό φόρεμα τῆς Μανούλας μας καί πληρωθῆτε ἁγνείας ἀπό θεῖον σῶμα παρθενικόν- εὐωδιάσατε ἀπ’ Αὐτήν!

Δέν εἶδα ἐγὼ ἄλλον τι ὅπου τόσον νά ἀρέση ἡ Παναγία ὡς τήν ἁγνείαν, καὶ ὅποιος θέλει νά ἀπόκτηση τήν πολλήν Της ἀγάπην, ἄς φροντίζη νά καθαρεύη καί διαρκῶς θά τόν περιθάλπη στούς κόλπους Της καί κάθε οὐράνιον θά τοῦ δίδη…»


+ Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής


Ἀπόσπασμα ἐπιστολῆς τοῦ Οσίου ᾿Ιωσὴφ τοῦ ῾Ησυχαστοῦ, γραμμένης ἀπὸ τὰ σπήλαια τῆς Μικρᾶς ῾Αγίας ῎Αννης τοῦ Ἁγίου Ὄρους τὸ ἔτος 1947 πρὸς Μοναχική Αδελφότητα

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2024

Θάνατος με χαρά αθανασίας


 Ἀληθινὰ στὴν Ἑλλάδα μας «ἐπὶ Σοί χαίρει, Κεχαριτωμένη, πᾶσα ἡ κτίσις», «Γιὰ Σένα, χαίρεται ὅλη ἡ πλάση. Σήμερα ποὺ κοιμήθηκες, θαρεῖς πὼς ἡ χαρὰ γίνηκε πιὸ μεγάλη, ἡ θλίψη ἄλλαξε σὲ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντὶ νὰ ἀποσκιάσει καὶ πλημμύρισε τὶς καρδιές μας.

Σήμερα τ’ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στὰ κουρασμένα πρόσωπά μας, τὰ δέντρα σὰν νὰ γενήκανε πιὸ χλωρά, τ’ αὐγουστιάτικο κύμα σὰν νὰ ἀρμενίζει πιὸ δροσερὸ μέσα στὸ πέλαγο καὶ ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη, τὸ κάθε τί πανηγυρίζει κι’ ἀγάλλεται..

Ὤ! Τί θάνατος λοιπὸν εἶναι αὐτός, ποὺ γέμισε τὴν οἰκουμένη καὶ τὶς καρδιές μας μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀθανασίας! Καὶ καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδὸς σήμερα: «Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχᾶς ἡμῶν».


✝️Φώτης Κόντογλου

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2024

Παναγία η Ιεροσολυμίτισσα

 


Εμφάνιση της Παναγίας της Ιεροσολυμίτισσας.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης


– Γέροντα, ποιά εικόνα της Παναγίας την αποδίδει περισσότερο;

– H Παναγία η Ιεροσολυμίτισσα, μια φορά την είδα εκεί στο Καλύβι στην Παναγούδα, αν σου το πω σε πόσους θα το πεις;

– Σε κανέναν Γέροντα.

-Λοιπόν, είδα σε όραμα ότι θα πήγαινα μακρινό ταξίδι και έπρεπε να ετοιμάσω τα χαρτιά μου, Διαβατήριο, συνάλλαγμα κλπ. αλλά οι υπάλληλοι δεν μου έκαναν τα χαρτιά. Εκεί ήταν πολλοί άνθρωποι, όμως δεν υπήρχε κανείς να με βοηθήσει. Ποιός θα με βοηθήσει, λέω, μα δεν βρίσκεται κανένας, για να ενδιαφερθεί. Είχα μία αγωνία! Και ξαφνικά παρουσιάζεται μία Γυναίκα με λαμπερό πρόσωπο, ντυμένη στα χρυσαφένια. Είχε μια ωραιότητα! Άστραφτε ολόκληρη! «Μην ανησυχής, εγώ θα σε βοηθήσω· ο Υιός μου είναι Βασιλιάς» μου λέει και με κτύπησε απαλά στο ώμο. Παίρνει τα χαρτιά, και με μια κίνηση τα βάζει στον κόρφο Της. Ω! τι κίνηση ήταν εκείνη! Ύστερα μου λέει: «Θα περάσετε δύσκολες ημέρες» και μου ανέφερε κάτι που έπρεπε να κάνω κι εγώ. Μετά από καιρό είδα την Παναγία την Ιεροσολυμίτισσα σε ένα βιβλίο και την αναγνώρισα.

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2024

Η μόνη ελπίδα μας

 


Η Παναγία είναι η ελπίδα των απελπισμένων, η χαρά των πικραμένων, το ραβδί των τυφλών, η άγκυρα των θαλασσοδαρμένων, η μάνα των ορφανεμένων.

Η θρησκεία του Χριστού είναι πονεμένη θρησκεία, ο ίδιος ο Χριστός καρφώθηκε απάνω στο ξύλο: κ’ η μητέρα του η Παναγία πέρασε κάθε λύπη σε τούτον τον κόσμο.

Γι’ αυτό καταφεύγουμε σε Κεiνη που την είπανε οι πατεράδες μας: «Καταφυγή»,«Σκέπη του κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγορούσα»,«Οξεία αντίληψη»,«Ελεούσα», «Οδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» και χίλια άλλα ονόματα, που δεν βγήκανε έτσι απλά από τα στόματα, αλλά από τις καρδιές που πιστεύανε και που πονούσανε.

Μονάχα στην Ελλάδα προσκυνιέται η Παναγία με τον πρεπούμενο τρόπο ήγουν με δάκρυα με πόνο και με ταπεινή αγάπη. Γιατί η Ελλάδα είναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος από κάθε λογής βάσανο.

Κι’ από τούτη την αιτία το έθνος μας στα σκληρά τα χρόνια βρίσκει παρηγοριά και στήριγμα στα αγιασμένα μυστήρια της ορθόδοξης θρησκείας μας, και παραπάνω από όλα στο Σταυρωμένο το Χριστό και στη χαροκαμένη μητέρα του, που πέρασε την καρδιά της σπαθί δίκοπο.

Σε άλλες χώρες τραγουδάνε την Παναγία με τραγούδια κοσμικά, σαν νάναι καμιά φιληνάδα τους, μα εμείς την υμνολογούμε με κατάνυξη βαθειά, θαρρετά μα με συστολή, με αγάπη μα και με σέβας,σαν μητέρα μας μα και σαν μητέρα του Θεού μας.

Ανοίγουμε την καρδιά μας να τη δει τι έχει μέσα και να μας συμπονέσει. Η Παναγία είναι η πικραμένη χαρά της Ορθοδοξίας, «το χαροποιόν πένθος», «η χαρμολύπη» μας, «ο ποταμός ο γλυκερός του ελέους», «ο χρυσοπλοκώτατος πύργος και η δωδεκάτειχος πόλις».


✝️Φώτης Κόντογλου