Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2023

Πεινασμένες ψυχές κεκοιμημένων.


Εγώ από παιδί πηγαίνω στο νεκροταφείο, κάθε μέρα και σκέφτομαι τον θάνατο, πέθαναν όλοι οι συγγενείς μου.

Λοιπόν μία θεία μου την μνημονεύω, είδα και τη θεία να μου λέει.

Αχ ανιψιέ μου Ιάκωβε σε ευχαριστώ για αυτό που μου στέλνεις.

Πολλά μου στέλνεις αλλά, ξέρεις έχει κι άλλους ανθρώπους, που δυστυχούν και πεινούν , και δεν έχουν κανέναν στον κόσμο να τους σκεφτεί να τους νοιαστεί.

Για αυτό έχουμε τα ψυχοσάββατα, είναι για όλους τους χριστιανούς.

Και της λέω εγώ: πού να ξέρω εγώ ποιος έχει ανάγκη;

Ξέρεις εσύ, μου λέει, τι πείνα έχουν, να του στέλνεις όπως στέλνεις εμένα, να στείλεις και σε άλλους που έχουν ανάγκη και ότι στερούνται, διότι έχουν ανάγκη της προσευχής και ανάγκη έχουν της θείας λειτουργίας.

Ολα καλά (είναι) και οι ελεημοσύνες, και οι παρακλήσεις, αλλά ιδιαιτέρως βοηθά η θεία λειτουργία.


Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης (1920-1991).

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2023

Νύχτα τσικνοπέμπτης!


 

(Μια αληθινή διδακτική ιστορία)

«Πως αγριεύουν έτσι οι άνθρωποι; 

Πως μεμιάς αφήνονται έρμαια στις ροπές και στις τάσεις της φθαρτής ανθρώπινης τους φύσης; 

Πως κατάντησε απόψε αυτή η ήσυχη επαρχιακή πόλη;

Θαρρείς και δεν την κατοικούν άνθρωποι αλλά ανθρωπόμορφα τέρατα που άλλος με κεφάλι γαιδάρου, άλλος λιονταριού, άλλος πιθήκου τρέχουν να προλάβουν να γλεντήσουν, να μεθύσουν, να άμαρτήσουν όσο γί­νεται περισσότερο. Γιατί απόψε είναι Τσικνοπέμπτη και γέμισε η πόλη μασκαράδες. Απόψε κάθε λογικός άνθρωπος δεν ξεμυτίζει από το σπίτι του».

Αυτά σκεφτότανε ο παπα-Θανάσης, καθώς έμπαινε στο σπίτι του γυρνώντας από το ναό.-

 ’Α, παπαδιά μου, το κακό παράγινε! 

Ο Θεός να μας συγχωρέσει, είπε στη γυναίκα του, μόλις μπήκε μέσα.Εκείνη τον κοίταξε με κατανόηση.

- Ο Θεός να μας φυλάει, είπε καα άρχισε να ετοιμάζει το βραδινό φαγητό.

Στο σπίτι του παπα-Θανάση, περασμένα πια τα μεσάνυχτα, επικρατεί ησυχία. Τα παιδιά και η παπαδιά είχαν ήδη κοιμηθεί κι ο παπα-Θανάσης ετοιμαζόταν κι εκείνος να πάει για ύπνο, όταν ακούστηκε το κουδούνι της πόρτας.

Τινάχτηκε μέσα στον ύπνο της η παπαδιά και βρέθηκε δίπλα στον παπα-Θανάση.

– Μην ανοίγεις τέτοια νύχτα, πάτερ μου! τον παρακάλεσε φοβισμένη.

– Γιατί φοβάσαι;

Την καθησύχασε εκείνος.

Είναι η πρώτη φορά που μας κτυπούν τέτοια ώρα την πόρτα;

 Αφού ξέρεις, το σπίτι του Ιερέα διανυκτερεύει κάθε βράδυ.

– Ναι, μα απόψε…

Της χαμογέλασε ο παπα-Θανάσης κι άνοιξε την πόρτα.

– Πάτερ μου, με συγχωρείτε που ήρθα τέ­τοια ώρα, όμως η μάνα μου πεθαίνει και ζητά να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει.

Ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά του, παρό­λο που ήταν άντρας, έτρεμε ολόκληρος κι άφηνε τα δάκρυά του δίχως ντροπή να τρέχουν!!!

– Πήγαινε εσύ κοντά της, παιδί μου, κι εγώ πάω ως την Εκκλησία να πάρω τη Θεία Κοινωνία κι έρχομαι αμέσως.

Έφυγε ο άντρας αφήνοντας στον παπα-Θανάση τη διεύθυνσή του.

– Που θα πας, πάτερ μου μόνος σου τέτοια ώρα, μια τέτοια νύχτα; 

Δε φοβάσαι;

Γιατί δεν τον κρατούσες να πάτε συντροφιά;

Η παπαδιά μιλούσε κι εκείνος την κοίταζε αυστηρά.

– Μόνος είπες, παπαδιά, μόνος;

Κι ο Κύριος που θα κουβαλάω στα χέρια μου;

’Ά, παπαδιά μου, κάτι σ’ έχει πιάσει απόψε και δε μιλάς γνωστικά.

Ντύθηκε ο παπα-Θανάσης και βγήκε στο δρό­μο.

Ξέχασε πως ήταν νύχτα τσικνοπέμπτης.

Δεν τον απασχολούσαν καθόλου οι μασκαράδες που έβλεπε γύρω του. Ένα μόνο τον απασχολούσε, να προλάβει να δώσει το «φάρμακο της αθανασίας» στην ετοιμοθάνατη.

Πήρε με δέος στα χέρια του το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και ξαναβγήκε στο δρόμο. Δεν κοιτούσε ούτε δεξιά ούτε αριστερά.

Μόνο έτρεχε να προλάβει.

Σε μια στροφή του δρόμου άκουσε γέλια και φωνές. Κάποιος φώναξε κοροϊδευτικά:

«Την ευχή σου Δέσποτα!», μα δεν γύρισε να κοιτάξει.

Και τότε, δεν κατάλαβε πως, βρέθηκε κυκλωμένος από μια παρέα μασκαράδων, που προσπαθούσαν να τον σταματήσουν.

– Συνάδελφε, που πάμε;

Ένας νεαρός μασκαρεμένος σε παπά, με χνώτο που μύριζε ποτό, στεκόταν μπροστά του κρατώντας στο χέρι ένα σταυρό.

Τα ’χασε ό παπα-Θανάσης και πριν προλάβει να πει τίποτα, δέχτηκε την επίθεση όλης της παρέας. Άλλος τον τραβούσε από τα ράσα κι άλλος του έβγαζε το καλυμμαύχι.

Ο παπα-Θανάσης έσφιξε στο στήθος του τ’ άχραντα Μυστήρια και προσπάθησε να τους μι­λήσει, μα κανένας δεν άκουγε.

Κάποιος τότε του τράβηξε τη γενειάδα και σαν να τον κτύπησε ηλεκτρικό ρεϋμα άρχισε να φωνάζει;

– Είναι αληθινός, ρε, είναι αληθινός!

Ή παρέα κοκκάλωσε στη θέση της κι ό παπα-Θανάσης, με το πρόσωπο μουσκεμένο από τον ιδρώτα της αγωνίας και τα δάκρυά του, τους κοίτα­ξε χωρίς να μιλά.

– Συγγνώμη, πάτερ, είπε εκείνος που του τρά­βηξε τη γενειάδα.

Νομίζαμε πως ήσασταν ψεύτικος σαν κι αυτόν και.....…

– Σας είδαμε και τέτοια ώρα έξω και ήμασταν σίγουροι πως ήσασταν μασκαρεμένος.

Συγχωρέστε μας! είπε ένας άλλος.

– Πάω να κοινωνήσω μια ετοιμοθάνατη, παιδιά μου. Ο θάνατος δεν έχει ώρες κατάλ­ληλες και ακατάλληλες κι εγώ τρέχω να τον προλάβω. Κι εσύ, παιδί μου, βγάλε τα ράσα τα τιμημένα.

Μην αμαρτάνεις άλλο ρεζιλεύοντάς τα.

Είναι πολύ ιερό το ράσο, για να μασκαρεύεσαι μ’ αυτό.

Τραβάτε στα σπίτια σας παιδιά μου, κι ο Θεός να σας συγχωρέσει.

Άνοιξε το βήμα του ο παπά-Θανάσης, για να κερδίσει το χαμένο χρόνο. Ήταν πικραμένος ως τα κατάβαθά του.

Τόσο πολύ λοιπόν, χάλασαν οι άνθρωποι, ώστε μασκαρεύονται και Ιερείς;

– Πάτερ, Πάτερ!!!

Η φωνή που έφτασε στα αυτιά του ήταν γεμά­τη αγωνία.

Σταμάτησε και περίμενε.

Ένας νεαρός κατακόκκινος από την τρεχάλα και την ντροπή έφτασε κοντά του λαχανιασμένος.

– Πάτερ! Είμαι κείνος που ντύθηκε παπάς.

Το έκανα εντελώς απερίσκεπτα, πάτερ και θέλω να ’ρθω μαζί σας στο σπίτι της έτοιμοθάνατης. Δεν θέλω να σας πάρουν κι άλλοι για ψεύτικο…

Ο παπα-Θανάσης του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει.

Στα χέρια του ο νεαρός κρατούσε το σταυρό που είχε μαζί του. Μπήκαν στο σπίτι της ετοιμοθάνατης σιωπηλοί.

– Χαίρομαι, πάτερ, που βρήκατε και παπαδάκι και δεν ήρθατε μόνος, είπε ο άντρας που τον είχε καλέσει.

Ο νεαρός ξανακοκκίνησε και κοίταξε με αγωνία τον παπα-Θανάση.

– Ναι, ο Θεός μου τον έστειλε, είπε εκείνος και τα λόγια του καρφώθηκαν στην καρδιά του νεαρού.

– Πάτερ, δεν θα σας εγκαταλείψω ποτέ, έλεγε ο νεαρός λίγη ώρα αργότερα, όταν ο παπα-Θανάσης κλείδωνε το Ναό, αφήνοντας ξανά μέσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, θα γίνω ο βοη­θός σας, το παπαδάκι σας!!!

Ίσως έτσι με συγχω­ρήσει ο Θεός για την ιεροσυλία που έκανα.

-Μακάρι, παιδί μου, να το φορέσεις το ράσο κι αληθινά, είπε ο παπα-Θανάσης και τον ευλόγησε με τα δυό του χέρια, εκείνα που πριν από λίγο κρατούσαν τον Ίδιο τον Κύριο.

Και παράξενο, ο παπα-Θανάσης είχε τη σιγουριά πως αυτό θα γινό­ταν κάποια μέρα!

Και ακόμα πιο παράξενο την ίδια σιγουριά ένιωθε μέσα του κι ο νεαρός!!!


Πηγή :https://megalipanagiathivon.gr/2020/02/21/%CE%BD%CF%85%CF%87%CF%84%CE%B1-%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%80%CE%B5%CE%BC%CF%80%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BD%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B4/

Ψυχοσάββατο

 


🇬🇷 ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΝΙΚΑΙΑΣ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑ
ΤΗΛ 211 40 41 548

Ιερά Ακολουθία

▪️Σάββατο 18 Φεβρουαρίου

Σάββατο των Ψυχών (Ψυχοσάββατο).
Μνείαν πάντων των απ αιώνος κεκοιμημένων ορθοδόξων χριστιανών.

Πρωινή Θεία Λειτουργία θα τελεστεί στην Ιερά μας Μονή στις 7:00 π.μ.
Μετά το πέρας της Λειτουργίας θα διαβαστούν τα κόλλυβα των κεκοιμημένων αδελφών μας. Όποιος επιθυμεί μπορεί να φέρει ονόματα και κόλλυβα για τους κεκοιμημένους αδερφούς μας

Είθε ο Θεός να αναπαύσει τους κεκοιμημένους αδερφούς μας "εν χώρα ζώντων και εν σκηναίς δικαίων".

Οι ταπεινοί γεμίζουν τόν παράδεισο

 


Στην κόλαση θα δείς πολλούς και διάφορους...

προσευχόμενους, ελεήμονες, μοναχούς,

ιερείς, εγκρατείς, παρθένους.

Στήν κόλαση δεν θα δείς ταπεινούς.

Οι ταπεινοί γεμίζουν τόν παράδεισο....''


παπά-Τύχων αγιορείτης

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2023

🌺Λόγοι Οσίου Ανθίμου του εν Χίω.



🔸«Αν δεν φροντίσωμε να βγάλωμε τον σατανά από την καρδιά μας, θα μας βγάλη αυτός από τον Παράδεισον». 

🔸«Όταν ο άνθρωπος καθίσει και συμμαζέψει τους λογισμούς του και σκεφτεί ότι είναι ένα μηδέν και εξευτελίσει με ταπείνωση τον εαυτό του, τότε αρχίζουν να ρέουν τα κατά Θεόν δάκρυα, τα οποία γλυκαίνουν την καρδιά και ανάβουν το θεϊκό πυρ».

🔸«Όσα πολλά και μεγάλα αμαρτήματα να κάνει κανείς, ακόμα και ασεβής να γίνει, δεν μένει ευχαριστημένος ο διάβολος, διότι γνωρίζει ότι ο Θεός είναι Θεός ελέους και ευσπλαχνίας και όταν μετανοήσει ο άνθρωπος, τον δέχεται πάλι. 
Αλλά όταν δει, ότι έχασε ο άνθρωπος τις ελπίδες του και την πίστη του που είχε στον Θεό, τότε δεν φοβάται καθόλου, αλλά μένει καθίμενος στον θρόνο του πολύ ευχαριστημένος, διότι γνωρίζει ότι κέρδισε αυτόν τον άνθρωπο. 
Γι' αυτό κανείς δεν πρέπει ποτέ να απελπίζεται». 

🔸Η στοργή του πνευματικού πατρός είναι πολύ ανωτέρα από την του σαρκικού. Διότι πολλάκις ο σαρκικός πατήρ μπορεί να σε παραδώση στην Κόλασι, ενώ ο πνευματικός πατήρ έχει να σε πάη εις ζωήν αιώνιον.

Όσιος Άνθιμος της Χίου 

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2023

Μην απελπίζεσαι

 


«Όσα πολλά και μεγάλα αμαρτήματα να κάνει κανείς, ακόμα και ασεβής να γίνει, δεν μένει ευχαριστημένος ο διάβολος, διότι γνωρίζει ότι ο Θεός είναι Θεός ελέους και ευσπλαχνίας και όταν μετανοήσει ο άνθρωπος, τον δέχεται πάλι. 

Αλλά όταν δει, ότι έχασε ο άνθρωπος τις ελπίδες του και την πίστη του που είχε στον Θεό, τότε δεν φοβάται καθόλου, αλλά μένει καθίμενος στον θρόνο του πολύ ευχαριστημένος, διότι γνωρίζει ότι κέρδισε αυτόν τον άνθρωπο. 

Γι' αυτό κανείς δεν πρέπει ποτέ να απελπίζεται». 


Όσιος Άνθιμος της Χίου

Ο ποιό στοργικός φίλος


«Ο Θεός είναι: πιο στοργικός από κάθε φίλο, πιο δίκαιος από κάθε κυβερνήτη, πιο τρυφερός από κάθε πατέρα, πιο πολύ μέλος μας από όσο τα ίδια μας τα μέλη, πιο αναγκαίος σε εμάς από την ίδια την καρδιά μας».

Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας


Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

Σήμερα πλούσιος, αύριο;

 


«Όσο είσαι σπουδαίος, τόσο να είσαι ταπεινόφρων. Όταν ανέβεις ψηλά, έχεις ανάγκη να ασφαλιστείς, για να μην πέσεις … 

Γιατί υψηλοφρονείς, αφού είσαι άνθρωπος συγγενής με τη γη, ομοούσιος με τη στάχτη και στη φύση και στην εκλογή των πραγμάτων; Σήμερα είσαι πλούσιος, αύριο φτωχός, σήμερα υγιής, αύριο άρρωστος, σήμερα χαρούμενος, αύριο λυπημένος, σήμερα με δόξα, αύριο περιφρονεμένος, σήμερα σε κατάσταση νεότητας, αύριο σε γηρατειά. Γιατί λοιπόν έχεις αλαζονεία, άνθρωπε, που είσαι καπνός; Διότι ο άνθρωπος έγινε ίδιος με τη ματαιότητα. Οι μέρες του είναι σαν το χορτάρι. Ξεράθηκε το χορτάρι και το άνθος του έμεινε μαραμένο».


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Αναγνώσματα Κυριακής

 


Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2023

† ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (ΙΖ ́ ΛΟΥΚΑ). Μελετίου Ἀντιοχείας (†381). Ἀντωνίου (Β ́) Κωνσταντινουπόλεως (†901), Χρίστου νεομάρτυρος τοῦ κηπουροῦ (†1748).


🔸Ἀπόστολος

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' Ϛ´ 12 - 20

12 Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος. 13 τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· 14 ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 15 οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο. 16 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν· 17 ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. 18 φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. 19 ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; 20 ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.


🔹Ευαγγέλιο

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΕ´ 11 - 32

11 Εἶπε δέ· Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους· 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱὸς· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρὶ· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.


🔸Ερμηνεία Ευαγγελίου

11 Είπε δε ακόμη και την εξής παραβολήν· “ένας άνθρωπος είχε δύο υιούς. 12 Και είπε ο νεώτερος από αυτούς στον πατέρα· πατέρα, δος μου το μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει. Και ο πατέρας εμοίρασε εις αυτούς την περιουσίαν του. 13 Και ύστερα από ολίγας ημέρας ο νεώτερος υιός εμάζευσεν όλα ανεξαιρέτως όσα του είχε δώσει ο πατέρας και εταξίδεψε εις μακρυνήν χώραν. Και εκεί εσπατάλησε την περιουσίαν του ζων ένα βίον άσωτον, παραλυμένον και ασυλλόγιστον. 14 Οταν δε εξώδευσε όλα όσα είχε, έπεσε μεγάλη πείνα εις την χώραν εκείνην και αυτός ήρχισε να στερήται και να πεινά. 15 Και από την πείναν πλέον ζαλισμένος επήγε και προσκολλήθηκε σαν δούλος εις ένα από τους κατοίκους της χώρας εκείνης. Και αυτός τον έστειλε εις τα χωράφια του, να βόσκη χοίρους. 16 Και επιθυμούσε να γεμίση την κοιλίαν του από τα ξυλοκέρατα, που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανείς δεν του έδιδε, διότι οι υπηρέται τα προώριζαν δια τους χοίρους. 17 Καποιαν όμως ημέραν συνήλθεν από την ζάλην και το κατάντημα της αμαρτωλής ζωής του και είπε· Ποσοι μισθωτοί του πατέρα μου έχουν με το παραπάνω ψωμιά και φαγητά, εγώ δε χάνομαι από την πείναν; 18 Και αμέσως επήρε την απόφασιν της επιστροφής και είπε· Θα σηκωθώ, θα υπάγω προς τον πατέρα μου και θα του πω· πατέρα μου, ημάρτησα στον ουρανόν εμπρός στον Θεόν και τους αγγέλους του· ημάρτησα και ενώπιόν σου, διότι περιφρόνησα την πατρικήν σου αγάπην και δεν ελογάριασα την λύπην, που θα σου προξενούσα με την φυγήν μου. 19 Δεν είμαι πλέον άξιος να ονομασθώ υιός σου και να φέρω το τιμημένο όνομά σου· κάμε με σαν ένα από τους υπηρέτας σου. 20 Και έθεσε εις εφαρμογήν την καλήν του απόφασιν. Εσηκώθη και ήλθε προς τον πατέρα του. Ενώ δε ακόμη ευρίσκετο εις μακρυνήν απόστασιν, ο πατέρας του, που από καιρόν τώρα τον επερίμενε και παρατηρούσε πάντοτε με λαχτάρα στον δρόμον, τον είδε και τον εσπλαγχνίσθη, έτρεξε εις προϋπάντησίν του, έπεσε με στοργήν απέραντον στον τράχηλον του παιδιού του, το αγκαλιασε και το εγέμισε φιλήματα. 21 Συντετριμμένος ο υιός από την απέραντον αυτήν στοργήν είπε στον πατέρα του· Πατέρα, ημάρτησα στον ουρανόν και ενώπιόν σου και δεν είμαι άξιος να ονομασθώ υιός σου. 22 Ο δε πατέρας τον διέκοψε, εστράφη προς τους δούλους, που είχαν μαζευθή εκεί, και είπε· Βγάλτε την πιο καλή φορεσιά και ενδύσατέ τον, και δώστε του το δακτυλίδι εις τα χέρια, σαν αυτό που φορούν οι ελεύθεροι και οι κύριοι. Δώστε του υποδήματα εις τα πόδια, δια να μη περπατή ξυπόλητος όπως οι δούλοι. 23 Και φέρτε το θρεφτό μοσχάρι, σφάξτε το και ετοιμάστε το πιο πλούσιο τραπέζι, δια να πανηγυρίσωμε το εξαιρετικά χαρμόσυνο αυτό γεγονός. Και αφού φάμε, ας ευφρανθούμε όλοι. 24 Διότι ο υιός μου αυτός ήτο νεκρός και αναστήθηκε, χαμένος ήτο και ευρέθηκε. Και ήρχισαν να ευφραίνωνται. (Αγγελοι και δίκαιοι καλούνται από τον Θεόν να χαρούν και να ευφρανθούν, όταν ένας αμαρτωλός, που εγκατέλειψε τον Θεόν και εσπατάλησε τα θεία δώρα εις την αμαρτίαν και εβυθίσθη στον εξευτελισμόν και την κοινήν περιφρόνησιν, μετανοήση ειλικρινώς, επανέλθη προς τον Πατέρα και ξαναπάρη την υιοθεσίαν και την πρώτην του θέσιν). 25 Αλλά ο μεγαλύτερος υιός ευρίσκετο στο χωράφι και καθώς την ώραν που ήρχετο επλησίασε στο σπίτι, ήκουσε μουσικά όργανα και τραγούδια και χορούς. 26 Και αφού εκάλεσε ένα από τους υπηρέτας, τον ηρώτησε τι άραγε είναι αυτά που γίνονται. 27 Εκείνος δε του είπε ότι· Ηλθε ο αδελφός σου και ο πατέρας σου έσφαξε το θρεπτό μοσχάρι, διότι με μεγάλην χαράν τον είδε και τον υπεδέχθη υγιή. 28 Εθύμωσε δε αυτός και δεν ήθελε να εισέλθη στο σπίτι και να παρακαθίση στο χαρμόσυνο τραπέζι. Οταν ο πατέρας επληροφορήθη αυτό, εβγήκε έξω προς τον μεγαλύτερον υιόν και με στοργήν πολλήν τον παρακαλούσε. 29 Εκείνος όμως πικραμένος απεκρίθη με δυσφορίαν μεγάλην και του είπε· Ιδού τόσα χρόνια σε υπηρετώ και ποτέ δεν κατεπάτησα την εντολή σου. Και όμως εις εμέ δεν έδωσές ποτέ ένα κατσίκι, δια να εφρανθώ με τους φίλους μου. 30 Οταν δε ήλθε το παιδί σου αυτό, που κατέφαγε το βιο σου με πόρνας, έσφαξες προς χάριν του το θρεπτό μοσχάρι. 31 Είπε δε εις αυτόν ο πατέρας· Παιδί μου, συ πάντοτε είσαι μαζή μου και όλα τα υπάρχοντά μου είναι δικά σου και ποτέ από τίποτε δεν σε εστέρησα. 32 Επρεπε δε και συ να ευρανθής και να χαρής, διότι ο αδελφός σου αυτός ήτο νεκρός και αναστήθηκε, χαμένος και ξαναβρέθηκε”. (Αγανακτούσαν οι υψηλόφρονες Φαρισαίοι, όταν έβλεπαν τον Κυριον να δέχεται με στοργήν τους μετανοούντας αμαρτωλούς και να τους ανακηρύσση πολίτας της βασιλείας του. Εγωπαθείς και ιδιοτελείς, καθώς ήσαν οι Φαρισαίοι και οι όμοιοι με αυτούς, τυπικώς μόνον και εξωτερικώς τιμώντες τον Θεόν, απεξένωσαν τον ευατόν των από την αγάπην του Θεού και από την χαρμόσυνον επικοινωνίαν με τους πολίτας της βασιλείας των ουρανών).

Είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε την Πατρική αγκαλιά;

 Κυριακή του Ασώτου: Είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε την αγκαλιά του Πατέρα;



Δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου και το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα μάς περιγράφει την παραβολή του Ασώτου Υιού. Την πιο ωραία παραβολή που έχει πει ο Χριστός για τη ζωή μας αλλά και για την αγάπη του Θεού.


Κάποιος άνθρωπος, γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς, είχε 2 γιους. Ο νεότερος λέει στον πατέρα του: «πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας», («Πατέρα, δώσε μου το μέρος της περιουσίας που μου ανήκει»). Και εκείνος, διαίρεσε την περιουσία και σε λίγες μέρες έφυγε για μακρινή χώρα σκορπίζοντας την περιουσία του. Όταν, όμως, δαπάνησε όλη την περιουσία του, ήρθε στη χώρα λιμός και ήρθε η στέρηση για κάποια πράγματα. Τότε, πήγε να βόσκει χοίρους και ήθελε να χορτάσει με τα ξυλοκέρατα των χοίρων, αλλά κανένας δεν του έδινε.


Λέει τότε: «πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι!

ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. Οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», («Σε πόσους μισθωτούς του πατέρα μου περισσεύουν άρτοι, ενώ εδώ εγώ χάνομαι από λιμό. Αφού σηκωθώ, θα πορευτώ προς τον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου, δεν είμαι άξιος πια να ονομαστώ γιος σου. κάνε με όπως έναν από τους μισθωτούς σου»). Ξεκίνησε για τον δρόμο της επιστροφής προς τον πατέρα του. «ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν», («Ενώ λοιπόν αυτός απείχε ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε και, αφού έτρεξε, έπεσε πάνω στον τράχηλό του και τον καταφίλησε»).


Στη συνέχεια, ακολουθεί ένας συγκλονιστικός διάλογος. Λέει ο γιος: «πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου», («Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου, δεν είμαι άξιος πια να ονομαστώ γιος σου»). Τότε, λέει ο πατέρας προς τους δούλους του: «ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι», («Γρήγορα, φέρτε έξω την πρώτη στολή και ντύστε τον, και δώστε δαχτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα στα πόδια, και φέρτε το καλοθρεμμένο μοσχάρι, σφάξτε το, και να φάμε να ευφρανθούμε, γιατί αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός και ξανάζησε, ήταν χαμένος και βρέθηκε. Και άρχισαν να ευφραίνονται»). Όμως, ο πρεσβύτερος γιος ήταν στα κτήματα· καθώς ερχόταν προς το σπίτι άκουσε τραγούδια και φώναξε έναν δούλο για να του πει τι γίνεται. Πληροφορεί τον μεγάλο γιο για την επιστροφή του μικρότερου αδερφού από την ξένη χώρα και εκείνος οργίστηκε και δεν ήθελε να μπει στο σπίτι. Βγαίνοντας ο πατέρας έξω για να μεταπείσει τον γιο του, του λέει: «ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν», («Ιδού, τόσα έτη σε υπηρετώ σαν δούλος και ποτέ δεν παράβηκα εντολή σου, αλλά σ’ εμένα ποτέ δεν έδωσες ένα κατσίκι, για να ευφρανθώ μαζί με τους φίλους μου. Όταν όμως αυτός ο γιος σου ήρθε, που σου κατάφαγε το βιος μαζί με πόρνες, έσφαξες γι’ αυτόν το καλοθρεμμένο μοσχάρι»). Λαμβάνοντας την απάντηση από τον πατέρα του: «τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη», («Παιδί μου, εσύ πάντοτε είσαι μαζί μου, και όλα τα δικά μου είναι δικά σου. Έπρεπε όμως να ευφρανθούμε και να χαρούμε, γιατί αυτός ο αδελφός σου ήταν νεκρός και έζησε, και χαμένος και βρέθηκε»).


Σήμερα, ακούσαμε τη δική μας ζωή· ακούσαμε τη δική μας πορεία που αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε. Δηλαδή, τι;


Ο σημερινός άνθρωπος μοιάζει με τον νεότερο γιο. Έχουμε αποκοπεί από τον Πατέρα και θέλουμε να ζήσουμε τη ζωή που έχουμε ονειρευτεί με χρήμα, δόξα και ηδονή.

Ο άνθρωπος δεν θέλει, σήμερα, να έχει Θεό, γιατί; Για να μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Ο Ντοστογιέφσκι είχε πει: «Χωρίς Θεό, όλα επιτρέπονται». Αδιαφορεί για την αγάπη που δείχνει ο Χριστός στον κάθε άνθρωπο, νομίζοντας ότι θα τα καταφέρει μόνος του. Νομίζει ότι μπορεί να πάρει τη θέση του Θεού και να κάνει τα πάντα. Όμως, ο σημερινός άνθρωπος έχασε τα πάντα. Πρώτα έχασε την αξιοπρέπειά του και ύστερα τα υλικά αγαθά. Πέσαμε μέσα στο βούρκο της αμαρτίας, θεωρώντας ότι μέσα από αυτές θα ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Νομίζουμε ότι είμαστε κυρίαρχοι και μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Να διαλύσουμε την ζωή του άλλου, να συκοφαντήσουμε τον αδερφό μας, να μισήσουμε τον γείτονά μας.

Αλλά, ο φιλάνθρωπος Θεός δεν μας αφήνει.

Είναι εκεί.

Να πούμε και εμείς: «πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου».

Θα μας δεχτεί στην πατρική αγκαλιά Του και θα μας καταστήσει εκ νέου υιούς Του.

Πολλές φορές Τον απογοητεύουμε -και πρώτος εγώ που γράφω αυτές τις γραμμές- αλλά Εκείνος είναι εκεί. Να μας ανοίξει την αγκαλιά Του και να μας δώσει την αγάπη που επιζητούμε.

Φτάνει εμείς, να κάνουμε ένα βήμα. Να πάμε πιο κοντά στο Θεό. Και εκείνος θα κάνει όλα τα υπόλοιπα βήματα που χρειάζονται.


https://www.pemptousia.gr/2023/02/kiriaki-tou-asotou-imaste-etimi-na-dechthoume-tin-agkalia-tou-patera/